Καραγκιοζιλίκια

image001

Έχουμε τα παράσημα του παππού μας. Μακεδονομάχος -Αρχηγός του Αντάρτικου Σώματος στη Στρώμνιτσα-, πολέμησε σε όλα τα μέτωπα -Βαλκανικοί/Α΄ΠΠ/Β’ΠΠ- στην πρώτη γραμμή. Έχουμε τα παράσημα του πατέρα μας (μια σφαίρα στο πόδι και μιά στο χέρι).

Έχουμε και τα δικά μας. Ανά πενταετία και ένα «λιλί» ευδόκιμης υπηρεσίας, να ‘χουν να …καμαρώνουν τα παιδιά μας τον πατέρα τους.

Ηθική αμοιβή το λένε. Παράσημα της μούντζας τα λέω εγώ (ανά πενταετία και μια). Και αφού οι άλλες αμοιβές κόπηκαν 60-70%, η καλή Πατρίς έσπευσε να το αντισταθμίσει. «Μπορείτε να φέρετε τα παράσημα και με πολιτική περιβολή – κοστούμι»… Το …δούλεμα συνεχίζεται. Κάτι σαν το …παντεσπάνι της Αντουανέτας μου φέρνει…

Άσε που βαριέμαι να ανεβώ στο πατάρι, εδώ μια ζωή εν ενεργεία τα έχανα, πού να τα βρώ τώρα…

Αναμνήσεις ενός μπαμπά

-PAXP-deijEΓιορτή προς τιμή των Στρατιωτικών της Μ.Βρετανίας στο Albert Hall του Λονδίνου. Σχετικό βίντεο ΕΔΩ

——————————————————————————————————————————————

Κάποιος φίλος βρήκε και ανάρτησε το σχετικό βίντεο στο Facebook. «Δείτε τι έγινε στο τέλος» μας προέτρεπε, όπως άλλωστε και ο τίτλος του βίντεο.

Δεν λέω, ωραίες φωνούλες, χαριτωμένα τα κορίτσια, λίγο «γλυκερό» το τραγούδι αλλά αυτό το ρεφρέν «Δεν χρειάζεται να πούμε αντίο» κάτι σκάλιζε μέσα μου, απροσδιόριστο, ενοχλητικό και τρυφερό, δυσκολοχώνευτο και δροσιστικό συνάμα.

Εκεί στο τέλος όμως, μπροστά σε Βασίλισσες, Πριγκήπισσες, πρωθυπουργούς και μεγαλόσχημους, …ο μικρός άγγελος, η Μέγκαν, άνοιξε με δύναμη το παράθυρο των αναμνήσεών μου.

Των αναμνήσεων ενός μπαμπά που έλειπε σε ταξίδια, ασκήσεις, αποστολές. Ενός μπαμπά που ένα τηλεφώνημα μέσα στη νύχτα τον καλούσε μακρυά και ίσα που προλάβαινε να ρίξει μια ματιά στα κοιμισμένα αγγελούδια, «δεν χρειάζεται να πω αντίο» σκεφτόταν, «θα γυρίσω», κι ας μην ήταν τόσο βέβαιος…

Γιατί η δουλειά του δεν ήταν απλή, ούτε του άφηνε περιθώρια να σκέφτεται την οικογένειά του. Όταν πετάς νύχτα στο Αιγαίο ή όταν κουμαντάρεις ένα καράβι με 300 ανθρώπους, δεν έχεις το περιθώριο να σκεφτείς την άλλη οικογένεια. Έρχεται στο μυαλό σου μόλις προσγειωθείς ή μόλις δέσεις κάβους στο λιμάνι, και σε πιάνει μια βιασύνη να τρέξεις, να τρέξεις πίσω στη ζεστασιά των δικών σου που «δεν χρειαζόταν να πείς αντίο» γιατί και να μην τους σκεφτόσουν, αυτοί ήταν μέσα σου και ήταν εκεί να σε σφίξουν με λαχτάρα στην αγκαλιά τους.

Μια αγκαλιά ξέχειλη από αγάπη που σ’ έκανε να ξεχνάς τους κινδύνους, τις ευθύνες, την ταλαιπωρία, μια αγκαλιά τόοοοσο μεγάλη που όλα τα άλλα μίκραιναν αφάνταστα. Όπως «χάθηκαν» οι βασιλοπριγκίπισσες και οι μεγαλοσχήμονες μπροστά στην αγάπη της Μέγκαν για τον μπαμπά της….

27

Το κείμενο γράφτηκε στα είκοσί του, το 2006, στο πρώτο μου blog ΗΜΙΑΙΜΟΣ… Σήμερα, είναι μακριά μα πάντα τόσο κοντά…



3774_77279774374_1525454_n

Δεν ξέραμε, ούτε θέλαμε να μάθουμε το φύλο. Δεν θέλαμε να απομυθοποιήσουμε έστω και την παραμικρή παράμετρο του θαύματος.
«Θα σε πάρει και θα σε σηκώσει» είπα στον γιατρό «αν δεν κανονίσεις να είμαι μέσα».
«Μα, απαγορεύεται» διαμαρτύρεται αυτός «και απαγορεύεται γιατί οι Ελληνάρες ή επεμβαίνουν στον γιατρό -κάνε κάτι ρε πονάει η γυναίκα μου- ή …λιποθυμάνε και τρέχουμε γι αυτούς αντί για τη γυναίκα. Χώρια που αν είναι ο άντρας μέσα δεν μπορούν οι (μερικοί) γιατροί να σου πουν ‘έχουμε πρόβλημα, πρέπει να προχωρήσουμε σε καισαρική, θα κοστίσει κατι τις παραπάνω’…»
«Αδιαφορώ παντελώς για τους λόγους, εγώ αυτό το θαύμα δεν το χάνω με τίποτα, ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΜΕΣΑ!!!» επέμενα.

Την επιθυμία μου να είμαι παρών στη γέννηση του παιδιού την γνώριζαν και πολλοί φίλοι και φίλες. Η πλειονότητα ήταν, καθέτως, οριζοντίως, κατά μήκος και κατά πλάτος, αντίθετοι στην ιδέα. Οι μισές φίλες «ντρεπόντουσαν» και οι άλλες μισές δεν ήθελαν να τις δουν οι άντρες τους σε στιγμές …αδυναμίας (!!). Οι μισοί φίλοι ήταν έτοιμοι να λιποθυμήσουν στη σκέψη και μόνο και οι άλλοι μισοί αναρωτιόντουσαν φωναχτά πώς θα μπορούσαν να ξαναδούν σεξουαλικά τη γυναίκα τους αν την έβλεπαν ματωμένη, ξεσκισμένη και σε άλλη διάσταση από αυτή με τα ξέκωλα στρινγκ που μας …φτιάχνουν!

14 Δεκεμβρίου 1986
Τηρώντας την παράδοση, με αναμμένα φώτα και κορνάροντας, καταφθάνουμε στο Μαιευτήριο. Ο Σπύρος, ο γιατρός, παραλαμβάνει την «καθαρόαιμη» και μπαίνουν στα έγκατα ενώ εγώ πάω για τα γραφειοκρατικά. Μετά στήνομαι στην πόρτα και περιμένω τον Σπύρο να με μπάσει. Καθυστέρηση. Αρχίζω να φορτώνω όταν ανοίγει η πόρτα και ένας ψιλοκίτρινος Σπύρος, κοιτώντας προς τα κάτω, μου λέει
«έχουμε πρόβλημα, το παιδί είναι μπερδεμένο στον λώρο, ίσως πάμε για καισαρική, καλύτερα να μείνεις έξω».
Τον βουτάω από τον γιακά της άσπρης ποδιάς και του λέω «Σπυράκο, μπαίνω μέσα, αν δεν με ρωτήσεις για καράβια κι ελικόπτερα δεν πρόκειται να σε ρωτήσω κι εγώ για τη δουλειά σου. Καισαρική, Προλεταριακή, Αυτοκρατορική ή οτιδήποτε σε αφορά κάν’ το αλλά εγώ θέλω να είμαι ΜΕΣΑ. Μαζί με την καθαρόαιμη το φυτέψαμε, μαζί θα το υποδεχτούμε.»

Με τη φωτογραφική ανα χείρας (με τετρακοσάρι ASA φιλμ), μπουκάρω στα ενδότερα αφού ο Σπύρος με ντύνει με μια από εκείνες τις ηλίθιες πράσινες ρόμπες και με συστήνει σ’ όποιον βρίσκει μπροστά του ως «συνάδελφο γιατρό του Ναυτικού»!!
Η καθαρόαιμη σε αίθουσα αναμονής με ένα ακουστικό στην κοιλιά που μεταφέρει στο ηχείο πάνω απ’ το κεφάλι της τους χτύπους της καρδιάς του παιδιού. Κάθε φορά που οι ωδίνες έρχονται, ο ρυθμός μειώνεται, οι νοσοκόμες κοιτούν ανήσυχα και ειδοποιούν τον Σπύρο που (καλή του ώρα) δεν ντρέπεται να συμβουλευτεί και τη μαία (μερικοί γιατροί, αν και νέοι και άπειροι αυτό το θεωρούν «υποβαθμιστικό»). Αυτή του λέει να περιμένουμε κι άλλο, το κορίτσι φαίνεται λεβεντιά -κρίμα να μη γίνουν όλα φυσιολογικά-.
Η ένταση της στιγμής οδηγεί σε …ανέκδοτα. Το τι γέλιο έπεσε, το τι κόσμος πέρασε από το δωμάτιο αναμονής για να δεί γιατί γελάμε ενώ στα διπλανά δωμάτια ούρλιαζαν «παρ’ το το μούλικο, δεν θέλω να τον ξαναδώ τον πούστη, δεν του ξανακάθομαι, μανούλα μου κλπ», δεν λέγεται. Κάποια στιγμή βάρεσε συναγερμός, το ηχείο πήγε να σιωπήσει, ο Σπύρος ξανάβαλε τα γιαλιά στα μάτια του και το χέρι του βαθειά μέσα της και ανέκραξε «ωραία! Το γύρισα στη θέση του» ενώ το ηχείο αναμετέδιδε ξανά τον καλπασμό της καρδιάς του παιδιού γκαπαγκούπ γκαπαγκούπ γκαπαγκούπ.
Περνά και αυτή η κρίση και συνεχίζουμε, Σπύρος, μαία, νοσοκόμα, περαστικοί, ‘αυτό το ξέρεις;’, ‘το καινούργιο το ‘μαθες;’ και ‘χαχαχουχα’ και γκαπαγκούπ γκαπαγκούπ το ηχείο και φου φου φου η καθαρόαιμη και «αμαν, αυτή γεννάει» φωνάζει η μαία ξαφνικά και τραβάει το κρεβάτι κι αρχίζει το σιρκουί στον διάδρομο για την αίθουσα τοκετού, από πίσω ο Σπύρος να καθαρίζει τα γιαλιά του τρέχοντας κι εγώ να οπλίζω τη μηχανή τρέχοντας επίσης.
Ώρα 13:50
Η καθαρόαιμη, ινδιάνα απ’ το σφίξιμο (πανέμορφη η άτιμη), «σπρώχνει» στωικά μ’ όλη της τη δύναμη. Η κορυφή του κεφαλιού φαίνεται, να, βγαίνει το άτιμο, μπα, ξαναμπαίνει, «έλα ακόμα μια φορά, δυνατά, ΣΠΡΩΞΕ» φωνάζει ο Σπύρος, ξαναφαίνεται, ξαναχάνεται, (είχε τυλιχτεί πάλι ο λώρος στη μασχάλη) αλλά μ’ ένα τελειωτικό σπρώξιμο το παιδί βγαίνει στον κόσμο, οι φωτογραφίες συνεχείς αν και το τοπίο φλού από το δάκρυ του ματιού μου…
«Αγόρι» φωνάζει ο Σπύρος. Η ματιά μου, όμως είναι σ’ αυτήν. Στην ομορφιά της εξάντλησής της. Στο κουρασμένο χαμόγελό της. Στις ματάρες της.
Μετά κοιτάω και τον γιό. Αμάν, σκέφτομαι, τι είναι τούτο; Από το μπες, βγες, μπες, βγες από τη στενωπό, το κεφαλάκι του είναι σαν μακρόστενη κολοκύθα, εκτεθήκαμε!
Η μαία τον πετάει (ναι, στον αέρα τον έπιασε η νοσοκόμα) για πλύσιμο, καθάρισμα, ζύγισμα, μαρκάρισμα. Του χώνουν κάτι σωλήνες στη μύτη, τον βουτάν σε μια λεκάνη με κάποιο υγρό και τον τυλίγουν στο πρώτο ρούχο του, το σεντονάκι. Μέσα σε πέντε λεπτά, ο λιγδοτάμπαρος, κοκκινόμαυρος κολοκυθοκέφαλος ήρθε κι έγινε ένας ροδαλός αγόραρος με χωρίστρα στο στρογγυλό πανέμορφο κεφαλάκι του. Θαύμα!

Ώρα 18:30
Οι γονείς μου είχαν κατεβεί από Θεσσαλονίκη και η μητέρα μου ήρθε από το πρωί στην κλινική. Αυτή τηλεφώνησε στον πατέρα μου και του είπε ότι γεννήθηκε ο νέος Αντώνης. Όταν βγήκα από τα έγκατα, πήγα κι έφερα τον πατέρα μου στην Κλινική.
Κουστουμαρισμένος, γραβατωμένος, με τσάκιση που «έκοβε» όπως πάντα, έμπαινε στο δωμάτιο την ώρα που έφεραν και τον μικρό στο τάπερ.
Δεν γύρισε το κεφάλι του να τον δεί. Πήγε κατ’ ευθείαν στην καθαρόαιμη και της φίλησε το χέρι λέγοντας «σ’ ευχαριστώ για την τιμή, παιδί μου»!!!!
Μετά γύρισε στο τάπερ και πήρε αγκαλιά τον εγγονό. Πρόσεξα ότι τα χέρια του έτρεμαν. «Φτου σου, αγόρι μου» του είπε, «ίδιος ο πατέρας μου είσαι»…
Τον ξανάβαλε στο τάπερ και άνοιξε μια σακκούλα που είχε μαζί του. Έβγαλε ένα χρυσό μετάλλιο και το άφησε στην κουβερτούλα. Μετά έβγαλε μια παλιά εικόνα του Αγίου Αντωνίου, οικογενειακό κειμήλιο, και την άφησε κι αυτή δίπλα. «Να πείς του Δημήτρη ότι τα όπλα τώρα ανήκουν στον Αντώνη» μου είπε. Ένα καριοφύλι, ένα γιαταγάνι και μιά κουμπούρα του Αντωνίου παππού του πατέρα μου (από το ’21) πήγαιναν από πρωτότοκο σε πρωτότοκο μέχρι τον αδερφό μου ο οποίος, όμως, έκανε τρεις κόρες. Τακτοποιήθηκε κι αυτό.
Ο πατέρας μου πέθανε στα 75 του έξη μήνες μετά, ήσυχος στον ύπνο του.
Αλήθεια, πέθανε;
Ο νέος Αντώνης μεγάλωσε γρήγορα. Ρουφάει τη ζωή, αναζητάει εμπειρίες, χαμογελάει πολύ, κι όταν το κάνει δυναμώνει το φως γύρω του. Μέσα από αυτόν γυρίζω κι εγώ συνεχώς στην ηλικία που βρίσκεται. Πολλές φορές νιώθω τη χαρά του, τη λύπη του, τον προβληματισμό του σαν να ‘ναι δικά μου. Αναρωτιέμαι το θαύμα της αναπαραγωγής ως πού φτάνει; Μήπως συνεχίζουμε να ζούμε μέσα από τα παιδιά μας; Στη φυσιογνωμία του αναγνωρίζω γνωρίσματα του παππού του, δικά μου, της μάνας του…, στις κινήσεις του, στα χούγια του. Νόμιζα κι εγώ, σαν όλους τους μπαμπάδες φαντάζομαι, ότι ο μικρός τρέχει από πίσω, ακολουθεί. Μέχρι που …προσπέρασε. Και συνεχίζει να τρέχει, μπροστά, να μου δείχνει αυτός τώρα τον δρόμο και να τον ακολουθώ χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω από πού ξεκίνησα και πού θα τελειώσω.
Αλήθεια, θα τελειώσω;