Μη σου λάχει…

pontiki_1

Εν αρχή μας επισκέφθηκε ο πόντιξ. Κανονικός speedy Gonzales πέρασε ως σίφουνας μπροστά από την Γούλφω που ούτε που τον πήρε είδηση και τρύπωσε στο αποθηκοντούλαπο της κουζίνας. Το να βγάλουμε τα πράγματα είναι …μισή μετακόμιση, η κυρά και κυρία μας ανατριχιασμένη να κοιτάει συνεχώς το πάτωμα μπας και την πατήσει ο ποντικός, σκέφτηκα την παγίδα με την κόλλα… «Αν σ’ αρέσει να ακούς τον ποντικό να τσιρίζει κολλημένος, πάρ’ την» μου λέει ο μαγαζάτωρ. «Σου συνιστώ όμως αυτό το ποντικοφάρμακο (κάτι ροζ κουφετάκια σαν ποντικοκούραδα gay), ένα να φάει και πάει να συναντήσει τους προγόνους του. »

Καπάκι από γιαούρτι τούμπα και μετρημένα δέκα κουφετάκια, σε δύο ντουλάπια μέσα. Έλεγχος μετά 24ωρο. Εξαφανισμένα τα κουφετάκια, πουθενά ο Gonzales. Άλλα δέκα σε κάθε καπάκι, ξαναέλεγχος, φαγωμένα κι αυτά. Μετά τρείς μέρες και μισό κουτί κουφετάκια φαγωμένα, ο δίποντος πόντιξ εδέησε να βγεί στο κέντρο της κουζίνας και να αποδημήσει εις Κύριον.

Κατά την προσωρινή απόθεσή του στον μικρό κάδο σκουπιδιών κάτω από τον νεροχύτη …πλατσουρίζω σε λίμνη υδάτων καθότι το σιφόνι του νεροχύτη αποφάσισε και αυτό να τα φτύσει. Παρέα με τον τεθνεότα στρώνομαι κάτω και επί δίωρο παιδεύομαι με τα πλαστικά δωδεκαετίας χωρίς αποτέλεσμα… Άντε στα μαγαζιά να βρώ καινούργιο, η «εγκατάσταση» με τη συνήθη ελληνική πατέντα μοναδική στο είδος της, μου πήρε τρείς μέρες να στεγανοποιήσω την κατάσταση (συζυγάτα, βάλε και ενα κουβά από κάτω να είμαστε σίγουροι) και ηρέμησα. Ως καλός σύζυγος, έπιασα τον ποντικό, έφτιαξα και τα υδραυλικά.

Πάνω που ηρέμησα, η καλή μου κυρία, ΠΟΛΥ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ, με πληροφορεί «Το πλυντήριο των πιάτων δεν τραβάει νερό ξέρεις». «Από πότε;» ρωτάω με ελαφρά ένταση. «Από τώρα» μου λέει. «Ρε Νανάκι τι γίνεται; ΤΩΡΑ τα έφτυσαν όλα; Και τα γαμ^&^%$μένα τα επιστρεφόμενα από τα κλεμμένα δεν τα έχουμε δεί ακόμα. Το καλό παιδί που μας έφτιαξε το πλυντήριο ρούχων πριν δυό μήνες θα θέλει λεφτά». «Ναί, αλλά και ο βόθρος θέλει λεφτά αν τα πλένουμε όλα στο χέρι» μου αντιλέει.

Οκ! Τηλέφωνο στον Γιώργο, έρχεται το παιδί, τσεκαρισμένος αξιόπιστος, «πρέπει να το πάρω στο μαγαζί για έλεγχο και επισκευή». Και το πήρε. Πέντε μέρες, εκτός από το σιδέρωμα, ανέλαβα ως έμπειρος …ναύαρχος την αναλογούσα βάρδια μου και στο πλύσιμο των πιάτων, μέχρι να επανέλθει το λαβωμένο πλυντήριο στη θέση του.

«Τι είχε το ρημάδι ρε Γιώργη;» ρώτησα τον καλό τεχνίτη. «Είχατε ποντικό στο σπίτι;» με αντιρώτησε «γιατί βρήκα το φλοτέρ φαγωμένο όπως και κάτι καλώδια, τα άλλαξα όλα, το καθάρισα καλά, μπουζί, βαλβολίνες, λάδια κλπ, τόσο η ζημιά».

Αξιόπιστος είπαμε ο Γιώργος, το πλυντήριο δουλεύει ρολόι, του καταθέσαμε τα δέοντα (μετά τον ΕΝΦΙΑ, το στεγαστικό, το του αυτοκινήτου, της κάρτας, του καταναλωτικού που δανειζόμαστε για τα ΣτουρναροΧαρδουβελιώτικα χαράτσια, του ΟΤΕ, της ΕΥΑΘ, της ΔΕΗ, τη δόση του περσινού φόρου κλπ) άντε ηρεμήσαμε και μείναμε ταπί μέχρι να μπεί το επόμενο μηνιάτικο.

Αμ δε! «Τι υγρασία είναι αυτή σήμερα!» αναφωνεί η συμβία. «Μην ανάψουμε καλοριφέρ γιατί δεν μας βγαίνει να πάρουμε πετρέλαιο αν δεν μας δώσουν τα αναδρομικά, πάω να βάλω την ηλεκτρική κουβέρτα, που μας έδωσε ο αδερφός σου, στο κρεβάτι να τραβήξει την υγρασία από τα σεντόνια.» Και την έβαλε. Πάνω που άρχισαν οι ΣΥΜΜΑΘΗΤΕΣ (συμπαθές σήριαλ για να αποτοξινόμαστε από την δηλητηριώδη γλίτσα των καναλιών) κάτι μας …μύρισε. Τρέχουμε στην κρεβατοκάμαρα και πνιγόμαστε στον καπνό. Προλάβαμε το λαμπάδιασμα αλλά, κάηκε το στρώμα που επί εικοσιεπταετία άντεξε τα ηθικά και ανήθικά μας, κάηκαν τα σεντόνια, κάηκαν και τα μαξιλάρια. Πρόχειρος υπολογισμός… καμμιά πεντακοσαριά ευρώ ζημιά που έπρεπε και να αποκατασταθεί διότι πού να κοιμηθούμε…

Ο πρόχειρος υπολογισμός αποδείχθηκε ακριβής το διήμερο αναζήτησης στρώματος και παπλώματος και ο συνταξιούχος ναύαρχος απευθύνθηκε στον συνταξιούχο καθηγητή πεθερό του για …διευκόλυνση μέχρι να δεήσει ο αρχιψεύτης Πρωθυπουργός να εκτελέσει τα εντελλόμενα από το ΣΤΕ και αυτά που υποσχέθηκε πολλάκις μακραίνοντας την …μύτη του.

Αύριο, Θεού θέλοντος, αρριβάρει το καινούργιο στρώμα, (Νανάκι θα παίξεις την …κυβέρνηση, να το δοκιμάσουμε;)

Για να μπορούμε να αποδώσουμε όμως χρειαζόμαστε ζεστούλα. «Δεν ανάβεις το καλοριφέρ να φτιάξουμε την ατμόσφαιρα για αύριο;» παροτρύνω τη γυναίκα. Μετά δίλεπτο, «εγώ το ανάβω, αυτό δεν παίρνει μπρος!»

Δεν λέω τίποτα. Δεν ΜΠΟΡΩ να πω τίποτα. Όλα τα ναυτικοθρησκευτικά που εμπέδωσα στον βίο μου έρχονται αυθόρμητα στο μυαλό μου ως προς την Τύχη μου που αποφάσισε να κάνει διακοπές, και σπεύδω στο λεβητοστάσιο. Τρείς ηλεκτροβάνες πάπαλα, ρεύμα δεν πάει στον λέβητα, οι βάνες δωδεκαετίας άντε να βρείς ίδιες, αξιόπιστο τεχνίτη περί τα αυτά ουκ έχω, πρόχειρος υπολογισμός κόστους καμμιά τετρακοσαριά ευρώ χωρίς τα εργατικά…

Και άλλη …προίκα δεν υπάρχει. Ταπί και ο συνταξιούχος πεθερός. Αδιέξοδο.

Λένε «ποντικός στο σπίτι, γρουσουζιά φέρνει». Είναι να μην πιστεύεις τη λαϊκή σοφία;