Τελικά δεν έφταιγε η Γούλφω…

15451297_10154766676932243_1877554446_n

Ο πόνος κάτω από την κλείδα του αριστερού ώμου ενοχλητικός.

Θα ‘ναι από το απότομο τράβηγμα της Γούλφως που αφηνιάζει με ένα λεβεντολυκόσκυλο που καλά κάνει και την βρίζει κι αυτό για το θράσος της να πατήσει την περιοχή του.

Κι άντε τώρα με τον πόνο στην κλείδα να κουβαλήσεις και ένα καφάσι 50 κιλά ξύλα ανεβαίνοντας τις σκάλες της εισόδου, κατεβαίνοντας ακόμα περισσότερες για το υπόγειο όπου  και το ρομαντικό μας τζάκι. 

Ο πόνος στρογγυλοκάθησε για τα καλά …επεκτεινόμενος στο κέντρο του στήθους, αλλά η δουλειά δουλειά. Και μάλιστα σημαντική. Συνέγραφα ομιλία που μου ζητήθηκε να κάνω σε εκδήλωση του Δήμου Γρεβενών προς τιμή του επιστήθιου φίλου, καθηγητή, εντατικολόγου, λαογράφου, ερευνητή της παράδοσης Δημήτρη Ρίγγου. Και ο πόνος οξυνόταν όσο έγραφα για αυτόν, βλέποντάς τον μπροστά μου με εκείνο το αετίσιο βλέμμα που σπανίως εκπέμπουν ανθρώπινα μάτια.

Μεσάνυχτα πια. «Πονάς; Έχεις μια έκφραση πόνου περίεργη» το ‘πε μία τό’πε δύο η συμβία ανήσυχη «σήκω να πάμε στο 424». «Όχι ρε Νανάκι, το αντέχω, αύριο πρέπει να πάμε Γρεβενά, δεν γίνεται να λείπω»

Έλα που γίνεται. Ώρα 2 τα ξημερώματα, η κόρη στο τιμόνι, ο ασθενής διπλωμένος στο πίσω κάθισμα και δίπλα του η υπερβάλλουσα στην ανησυχία της, κατά το υπερβάλλον ύψος του ερωτά της επί 35 χρόνια, εισβάλλουμε στο απολύτως έρημο Κέντρο Υγείας Θέρμης, μια και εγώ, ο ξερόλας, ήμουν βέβαιος ότι έφταιγε η …Γούλφω και δεν χρειαζόταν να επιβαρύνουμε τα Νοσοκομεία.

Δύο τα ξημερώματα εμφανίστηκαν από το βάθος του πουθενά μία Κυρία, μία Βοηθός και ένας νοσηλευτής που μας άκουσαν ευγενικά και «περάστε από το ιατρείο, Ξαπλώστε και χαλαρώστε ενώ θα μας λέτε πού πονάτε και γιατί δεν ήρθατε πριν δυό μέρες»… Οι ερωτήσεις σοβαρές, χωρίς κρίσεις και επικρίσεις, και ενέργειες βιαστικές, σίγουρες, ψύχραιμες.

Η αφαίρεση των παπουτσιών και το βεντουζάρισμα των βυσμάτων για το ηλεκτροκαρδιογράφημα άρχισε να ξεφτίζει τις ενοχές της Γούλφως που η αθωότητά της επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά όταν η βοηθός μου έσπρωξε ένα υπογλώσσιο στο στόμα, ο νοσηλευτής μου φόρεσε τη μάσκα οξυγόνου και ο εμφανισθείς οδηγός του ασθενοφόρου μετά νέας νοσηλεύτριας το έφεραν με την …πρύμη στην έξοδο.

Ακούγοντας τους γελοίους υπεύθυνους για την υγεία, πρώην και νυν, να ρίχνουν το ανάθεμα στο προσωπικό της Υγείας για τα χάλια της, δεν μπορώ παρά να τους σιχτιρίσω ακόμα μια φορά όταν στην πράξη υπάρχουν τέτοια στελέχη όλων των βαθμίδων που «δεν πλέκουν πουλόβερ» αλλά είναι εκεί στις δυό τα ξημερώματα , σ’ ένα υποστελεχωμένο και με διαρκώς υποβαθμιζόμενες υποδομές Κέντρο Υγείας, να κάνουν το παν για τον όποιον 65 χρονο που ηλιθιωδώς πιστεύει ότι το έμφραγμα του μυοκαρδίου είναι …θλάση από το τράβηγμα κάποιας Γούλφως.

Δεν μου ζητήθηκε, ούτε ανέφερα ιδιότητες, βαβμούς κλπ, όπως μπορούσα για να διαμετακομιστώ στο 424. Όχι γιατί δεν εμπιστεύομαι τους συναδέλφους γιατρούς, αλλά γιατί δεν θέλω να διαφέρω από τον απλό πολίτη συμβάλλοντας στον κοινωνικό αυτοματισμό του εσεις κι εμείς.

Εξ άλλου, την Εντατική του Παπανικολάου, ίδρυσε και υπηρέτησε επί χρόνια και ο φίλος μου Δημήτρης Ρίγγος για τον οποίον έγραφα την ομιλία για …αύριο που δεν θα πρόκανα να εκφωνήσω. Κι αν κάτι πήγαινε ακόμα πιό στραβά, ποιός ξέρει, ίσως συναντιόμασταν επιτέλους…. 

Έτσι βρέθηκα φασκιωμένος, δεμένοςστο φορείο, με το οξυγόνο στη μούρη σ΄ένα ασθενοφόρο με ήρωα οδηγό που κατάφερνε να το κρατάει στον δρόμο με …αμορτισέρ στρατιωτικού κιλλίβαντα. Για Αυτά, οι ΑδωνοΠολλάκηδες  σφυρίζουν αδιάφορα. Τρείς τα ξημερώματα το ασθενοφόρο φρενάρει στα Επείγοντα του Νοσοκομείου Γεώργιος Παπανικολάου. Χωρίς ούτε ένα λεπτό αναμονής βρίσκομαι σε μιά αίθουσα ημιεντατικής (οι ορισμοί δικοί μου του άσχετου), διάφοροι πέφτουν επάνω μου, καλώδια πάνε κι έρχονται, να και νέα καρδιογραφήματα, ακούω και κάποιους να συγχαίρουν το Κέντρο υγείας Θέρμης για την άρτια προετοιμασία, και νεαρός γιατρός ρωτάει «καλά, επί δυό μέρες πονούσατε, σήμερα ήρθατε;»

» Ξέρετε, η Γούλφω….» πάω να πω και με πιάνουν τα γέλια..

Το ίδιο πρωί, ομάδα νεαρών γιατρών και νοσηλευτριών, επιδράμουν με αιφνιδιαστικό ελιγμό, με τσιτσιδώνουν, μου φορούν κάτι αραχνούφαντα δικτυωτά σαν της Σαπουντζάκη, και με ταχύτητα φόρμουλας βρίσκομαι στο διαστημικό κέντρο αγγειογραφίας. Φαντάζομαι ότι θέλει μεγάλη μαγκιά και τέχνη, χώρια το θάρρος και σθένος αυτών που την πραγματοποιούν. Γιατί αυτοί που την υφίστανται δεν καταλαβαίνουν τίποτα όσο οι ειδικοί περιφέρονται στην καρδιά σου για ξεβουλώσουν ό,τι δη. Και ο Διευθυντής της Κλινικής κ.Ζαρίφης και οι βοηθοί του, όχι μόνο ήξεραν τι έκαναν, αλλά σε έπειθαν ρε παιδί μου με το ύφος τους. Σοβαρό, όχι στρυφνό. με χιούμορ για να σπάει η ένταση, έφαγαν τον θρόμβο, τσόνταραν κι ένα στεν για να κόψουν τον αέρα σε μελλοντική απόπειρα κατάληψης της αρτηρίας και όλα καλά. 

Πέρασε ο κίνδυνος, μην πιάνουμε χρειαζούμενα κρεβάτια στη Μονάδα, μεταφέρομαι σε δωμάτιο της 1ης καρδιολογικής Κλινικής και στην φροντίδα του Κώστα Βασιλειάδη και των βοηθών του, αγαπημένου συμμαθητή από τα μικράτα μας μέχρι που χωριστήκαμε για να παλεύουμε εγώ με τη Θάλασσα και τον Αέρα κι αυτός με τη ζωή μικρών και μεγάλων παιδιών…. Τους ευχαριστώ όλους

Και ζητώ συγνώμη από την Γούλφω.  Δεν έφταιγε τελικά…

Θαλασσινές ιστορίες, περί ευθυνών…

Άλμπουμ0063

Μεταμεσήμερο. Από τις μέρες που ο Νοτιάς γκριζάρει το γύρω σύμπαν, ο ουρανός ενώνεται με τη θάλασσα και δεν βλέπεις ούτε τον κάβο Μαλιά στα 5 μίλια αριστερά σου.

10 μποφώρ, τα κύματα βασανίζουν το καλοτάξιδο σκαρί που σπαρταράει στην κορυφή τους, οι λαμαρίνες τρίζουν και ο Κυβερνήτης …απολαμβάνει, καθισμένος στην πολυθρόνα του δεξιά μέσα στη Γέφυρα, το καμάρι του να αντιστέκεται στα στοιχειά της Φύσης…

Έτσι έμαθε από τον πρώτο καπετάνιο του, να απολαμβάνει τα δύσκολα…

Να σου και ο Πρώτος μηχανικός στη Γέφυρα.  «Όπα, αυτά δεν είναι καλά μαντάτα» σκέφτεται. Δεν ανεβαίνει συχνά ο Πρώτος στη Γέφυρα… Που σκύβει στο αυτί του Κυβερνήτη και ψιθυρίζει «Κύριε Κυβερνήτα, έχουμε κρακ (ρωγμή) στη βάση του κύριου ατμαγωγού από το καζάνι…»

Ο ατμός στον κύριο ατμαγωγό είναι υπό συνεχή πίεση 1200+psi, πιθανή θραύση του έχει καταστροφικές συνέπειες για το πλοίο και το προσωπικό, το πλοίο λυγίζει και τρέμει στην πάλη του με τον Νοτιά, ο κίνδυνος άμεσος και θανατηφόρος.

«Απολαμβάνεις, ε;» αυτοεπιπλήτετται ο Κυβερνήτης. «Φά’τα τώρα!»

Το πλοίο αξίας δισεκατομμυρίων, 360 νοματαίοι ανεκτίμητης αξίας, περιμένει την δική σου απόφαση. Δεν υπάρχει άλλος πάνω από εσένα στον μανιασμένο Κάβο Μαλιά να αποφασίσει.

«Παναγιώτη…» λέει στον πρώτο «αν σβήσουμε και μείνουμε με έναν άξονα και πάθει κάτι ο άλλος, θα βρεθούμε ξεπεσμένοι στo …Άγνωστο. Αν συνεχίσουμε με δύο και σκάσει ο ατμαγωγός, το πλοίο και δεν ξέρω πόσοι από τον κόσμο του θα βρεθούμε στον πάτο του Αιγαίου. Τι λες να κάνουμε κράτει τον έναν άξονα χωρίς να σβήσουμε το καζάνι και να πάμε έτσι στον Ναύσταθμο;»

«Συμφωνώ, λέει ο Πρώτος» και δίνει τις οδηγίες από το τηλέφωνο στο Κέντρο Προώσεως. Στέκεται δίπλα στον Κυβερνήτη, με το Τηλέφωνο στο αυτί και το τσιγάρο στο στόμα σκουπίζοντας που και που το μέτωπό του.

Από το απόγευμα μέχρι τις τρείς το πρωί που δέσαμε στον Ναύσταθμο με έναν άξονα και χωρίς ρυμουλκά -έτσι για το ηθικό μας-, πρέπει να κάπνισε τρία πακέτα τουλάχιστον για να δείχνει ψύχραιμος… Το ίδιο και ο Κυβερνήτης. «Εξωτερικά» ατάραχος, να πετάει και κανένα ανέκδοτο ελαφρύνοντας την ένταση του Πρώτου…Δεν επιτρέπεται η εσωτερική ανησυχία σου να εξωτερικεύεται γιατί το πλήρωμα πρέπει να πιστεύει σε εσένα και στο πλοίο, να εξακολουθεί εν ηρεμία να ασκεί τα καθήκοντά του.

Ανακούφιση. Τα καζάνια έσβησαν, τα Σήματα βλάβης εκπέμφθηκαν εδώ και ώρες, ας την πέσουμε σε ύπνο βαθύ, λυτρωτικό, για λίγες ώρες.

«Τα καταφέραμε» μονολόγησα στον καθρέφτη στο πρωινό ξύρισμα. και τότε είδα για πρώτη φορά τους κροτάφους μου γκρίζους… Σαν τον χθεσινό κωλονοτιά…

Chris de Burgh 2015

Chris-de-Burgh-2015-l

Ο εικονιζόμενος γεννήθηκε στο Venado Tuerto της Αργεντινής όπου υπηρετούσε ο πατέρας του Συνταγματάρχης Charles Davison. Μητέρα του η Mauve Emily de Burgh, Ιρλανδή κόρη του Sir Eric de Burgh, επίσης στρατιωτικού που ήταν Αρχηγός του γενικού Επιτελείου Στρατού της Ινδίας στον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Chris πήρε το επώνυμο της μητέρας του όταν άρχισε τη μουσική του σταδιοδρομία.

Την νεαρή του ηλικία την έζησε στη Μάλτα, Νιγηρία και Ζαΐρ μια και αυτός και η μητέρα του ακολουθούσαν τον συνταγματάρχη/διπλωμάτη πατέρα στα διάφορα πόστα του.

Η οικογένεια Davison τελικά καταστάλαξε στο Barby Castle της επαρχίας Wexford στην Ιρλανδία, ένα κάστρο του 12ου αιώνα που ήταν σχεδόν ερειπωμένο όταν το αγόρασε και το ανακαίνισε ο παππούς sir de Burgh το 1960 και μετέτρεψε ένα μέρος του σε ξενοδοχείο όπου ο νεαρός Chris τραγουδούσε για τους εκεί επισκέπτες…

Σπούδασε στο Marlborough College στην Αγγλία και στη συνέχεια στο Trinity College του Δουβλίνου για το μεταπτυχιακό του Master of Arts in French, English and History.

Πολλοί οι «φαν» του Chris de Burgh κι άλλοι τόσοι που τον θεωρούν ξενέρωτο (σχετικά σχόλια στην Wikipedia), προσωπικά τον πρωτάκουσα το …1974, πρόσφυγας ακόμη στην Αγγλία, όταν και κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος με μπαλάντες κυρίως. Μια από αυτές, το Satin Green Shutters με άγγιξε και με ταξίδεψε σε έναν ωραίο κόσμο που ίσως τον είχα τότε περισσότερη ανάγκη… Και κόλλησα.

Το περίεργο με αυτόν τον μισή μερίδα άνθρωπο (μισή μερίδα αλλά έκανε δυό γιούς και μια κόρη Miss World 2004!), που η ζωή του δεν έχει καμμιά σχέση με τη δική μου, είναι ότι ακούγοντάς τον ένοιωσα ότι το 90%, αν όχι όλων, των τραγουδιών του τα …έχω γράψει εγώ. Μακάρι δηλαδή να είχα το ταλέντο του αλλά κι έτσι ακόμα, όταν βρίσκεται κάποιος άλλος να σχηματοποιήσει σε νότες και στίχους αυτά που νοιώθεις ότι θέλεις να πείς εσύ για τον έρωτα, την αγάπη, τη μάνα σου, τα παιδιά σου, την Ιστορία, τον πόλεμο, την επανάσταση, την θρησκεία, για τα πάντα, ε, γίνεσαι ένα μ’ αυτόν. Συνομίληκοι σχεδόν (μου ρίχνει τρία χρονάκια), έπαιξε σημαντικό ρόλο στα 40 τελευταία χρόνια της ζωής μου. Και εξηγούμαι:

Τα λόγια τραγουδιών του ήταν «βέλη αγάπης» στην καρδιά της …δύσκολης, κάθε τραγούδι του «πολιορκητικός κριός» που κτυπούσε ανελέητα την πόρτα της ψυχής της, μέχρι που παραδόθηκε χωρίς όρους!

Όταν τα …προϊόντα του έρωτος, τα παιδιά μας -γιός και κόρη- ήταν ακόμα στο Δημοτικό και ξεκίνησαν να μαθαίνουν την Αγγλική Γλώσσα, τα προέτρεψα να βάζουν τα ακουστικά και να προσπαθούν να καταλάβουν τι λέει ο …ποιητής που σημειωτέον είναι από τους λίγους με απίθανη προφορά και καθαρότητα στην φωνή του χωρίς να καλύπτεται από κλαπατσίμπανα και άναρθρες κραυγές. Και δεν ήταν μόνο βοήθημα εκμάθησης της γλώσσας όπως τώρα, μετά από 20 και χρόνια, διαπιστώνω. Το κυριότερο ήταν το πέρασμα κοινωνικών μηνυμάτων, κοινωνικής αγωγής, φιλοσοφικών προβληματισμών που δεν περνούν εύκολα από τους γονείς…Και …κόλλησαν και τα παιδιά μέχρι και σήμερα.

40 χρόνια τον παρακολουθώ. Και κάθε φορά κλείνω τα μάτια και αφήνω τα λόγια του να βγούν από την δική μου ψυχή, τις νότες του να παίζουν από τις δικές μου χορδές. Είτε στις μπαλάντες του, είτε στις ροκ στιγμές του. Ναι, αυτός ο κοντοπίθαρος 67αρης, ακόμα και τώρα μπορεί να ροκάρει χωρίς να καπλαντίζεται με τατουάζ, κραυγές και δαίμονες.

Και οι ροκ στιγμές του είναι αυθεντικές για μένα, αφού τραντάζουν (rock) κάθε μόριο του μέσα μου…

Η μεγάλη έκπληξη ήρθε από τα παιδιά. Τρία εισιτήρια της Transavia, μίσθωση διαμερίσματος για τρείς μέρες στο Leiden της Ολλανδίας και εισιτήρια για την τελευταία, της φετινής περιοδείας ίσως και τελική…, συναυλία του Chris de Burgh στο Amsterdam, Δευτέρα στις οκτώ το βράδυ.

Δεν ντρέπομαι να το πω, έκλαψα με λυγμούς. Καταπληκτική ηχητική στο Heineken Arena, από τις πρώτες νότες και τα πρώτα λόγια που όρμησαν μέσα μου, ο νους μου ταξίδεψε στην ωραία ζωή με την καθαρόαιμη δίπλα μου, στην εξέλιξη των παιδιών μου, στην αγάπη και εκτίμηση που μας δείχνουν, στα γερά θεμέλια που χτίσαμε γι αυτά χωρίς να έχουμε και πλούσια την τσέπη, βοήθησε και ο κύριος Chris de Burgh…, ε, μ’ έχουν πάρει και τα χρόνια κι έγινα συγκινησιάρης…

Να, πάλι …μπούκωσα. Και κρατώ τα της Ολλανδίας για αργότερα…

ΠΑΣΤΡΙΚΑΚΕΙΑ

resize.php
ΠΑΣΤΡΙΚΑΚΕΙΑ (…προπολεμικά….   ) Εποχή Σόλινγκ, Λάιτνιγκ, Σάρπις και Φιν… Τεταρτοετής, καλοπροπονημένος (λόγω συνεχών Στερήσεων-Φυλακίσεων «δι άτοπον αστεϊσμόν») στην θαλάσσια εκτόνωση ανοικτά -και κοντά…- στις ακτές της Πειραϊκής. με το Φιν βεβαίως αφού ο έτερος βαρυποινίτης Αιθίοψ Μεχάρι δεν έβαζε τα πόδια του στο νερό. Σάββατο πρωί, ήρθε ο ΑΝΤΑΙΟΣ, δέσαν όλοι πίσω του, όλοι πλην εμού που το ‘παιξα …ΑΒΕΡΩΦ (πλέω ανεξαρτήτως μεθ΄ορμής ακαθέκτου), ρότα για το Φάληρο, ενώ ο Αξιωματικός Φυλακής από το παράθυρο του Βασσανείου ιδρύματος ούρλιαζε με τη ντουντούκα «πού πάς; Τσακίσου να δέσεις πίσω από το ρυμουλκό»…
Κάποτε φτάσαμε, οι ρυμουλκούμενοι σε μαύρα χάλια από τη φουσκοθαλασσιά που τους πηγαινοέφερνε ως καρυδότσουφλα, χώρια οι αβαρίες από το σκορτσάρισμα, έδεσαν όλοι μέσα στο Τουρκολίμανο, κι εγώ έφερνα βόλτες απ’ έξω, μέχρι να αρχίσει ο αγώνας, για να μη συναπαντηθώ με τον Αξιωματικό Φυλακής (και υπεύθυνο ιστιοπλοΐας) που θα είχε φτάσει και αυτός εκεί οδικώς…
Σε λίγο άρχισαν να συγκεντρώνονται στη γραμμή εκκίνησης όλων των ειδών τα σκάφη. Αρκετά Σόλιγκ, λίγα Λάιτνιγκ, και πολλά (καμμιά σαρανταριά Φιν). Και μια βαρκούλα με εύσωμο αντρόγυνο καθισμένο πρύμα και στην …ανασηκωμένη πλώρη νεαρά κόρη διαστάσεων ανάλογων των γονιών της …άδουσα «μικρόοοο παιδί σαν ήμουνα, και πήγαινα σχολείοοο, μικρό παιδίιιιι» με αποτέλεμα να ακούσει όλο το ναυτικοθρηκευτικό λεξιλόγιο των αγροίκων της θάλασσας…
Τέλος πάντων, η βαρκούλα έστριψε για Φρεαττύδα, δίνεται η εκκίνηση και φεύγουν πρώτα τα Σόλινγκ, μετά τα Λάιτνινγκ και ορμάμε όλοι οι Φινίστες να πάρουμε καλή θέση για τη δικά μας εκκίνηση. Όλη η αφρόκρεμα των μελλοντικών Ολυμπιονικών εκεί. Μπουντούρης, Χατζηπαυλής (ήταν και προπονητής μας), Κουκλέλης (με …μεταξωτά πανιά) με σκάφη που τα δικά μας μπροστά τους ήταν για τα μπάζα. Κόβω πού είναι ο Χατζηπαυλής, και καρφώνομαι δίπλα του για να ξεκινήσουμε από την κάτω, την καλή, τσαμαδούρα. Μπαμ ηκούσθη στον αέρα, ξεχύνονται όλοι με ρότα για την ΟΥΛΕΝ, μπαμ ηκούσθη και στη δεξιά πλευρά του Φιν μου και κάποιος άξεστος με βγάζει έξω από την τσαμαδούρα, έξω από την γραμμή εκκίνησης. Φτου, λέω μέσα κι έξω μου, ώσπου να στρίψω και να περάσω κανονικά τη γραμμή εκκίνησης οι υπόλοιποι είχαν ξεφύγει κανα δυό μίλια. Όλοι, Σόλινγκ, Λάιτνινγκ, Φιν, πλησίστιοι προς ΟΥΛΕΝ. Ρε, αισχτίρ, αυτοβρίζομαι, θα τη φάς που θα την φας γιατί δεν έδεσες στο ρυμουλκό, το παίζω τρελλός και βάζω ρότα προς την Αίγινα, ανάποδα από τους άλλους. Κοιτάζω πίσω μου, να σου κι ένας ακόμα αργοπορημένος που ακολούθησε την …αντισυμβατική ρότα μια και δεν είχε ελπίδα να φτάσει τους υπόλοιπους. «Φιλάρα» μου φωνάζει, «ή θα βραδιάσουμε, ή θα τους γαμ….με». Και, ω του θαύματος, εκεί στο βάθος του ορίζοντα, στην ΟΥΛΕΝ, βλέπουμε τις δεκάδες των υπόλοιπων ανακατεμένων με τα πανιά σεντόνια απλωμένα ακίνητα, ξυλάρμενους στην απόλυτη κάλμα μπουνάτσα. Κι εμείς «ώρα καλή στην πρύμη μας κι αέρα στα πανιά μας» περνάμε πρώτοι και την τελευταία τσαμαδούρα και πλέουμε υπερηφάνως πρύμα για τον τερματισμό. Εκεί στα πρύμα, με προσπερνούν δυό τρείς από τους Μεγάλους, πρώτος ο Χατζηπαυλής που περνώντας δίπλα μου γελάει και φωνάζει «ρε συ τι έγινε, σου ξέφυγε καμμιά τσαμαδούρα;» Τερμάτισα έβδομος από καμμιά σαρανταριά και ΦΙΝ… Και γλύτωσα και την καμπάνα που δεν έδεσα στο ρυμουλκό….

64

Γενέθλια επέτειος. Ημέρα αυτοκριτικής και απολογισμού.

Την αυτοκριτική την κρατάω ολόκληρη μέσα μου. Και είναι αυστηρή. Όπως και τα αρνητικά του απολογισμού της μέχρι τώρα ζωής μου γιατί τα θετικά υπερτερούν σε αξίες διαχρονικές, σε αγγίγματα ψυχής που δεν μετριούνται σε ύλη και χρήμα.

Εκατοντάδες φίλοι που δεν γνωριστήκαμε προσωπικά αλλά μοιραζόμαστε τις σκέψεις μας διαδικτυακά μου έστειλαν τις ευχές τους. Θετικό…

Δεκάδες νεώτεροί μου που είτε συνυπηρετήσαμε, είτε ακούμπησαν και εκτίμησαν την επαγγελματική μου αύρα, μου έστειλαν τις ευχές τους. Θετικό…

Πολλοί ανώτεροί μου στο επάγγελμα, μου έστειλαν κι αυτοί τις ευχές τους. Θετικό…

Αυτό όμως που με βούρκωσε, αυτό που έλιωσε τα αρνητικά της αυτοκριτικής και του απολογισμού ήταν η ευχή των παιδιών μου που διάλεξαν να μου την στείλουν …τραγουδιστά.

Δείτε, ακούστε και θα καταλάβετε το γιατί σήμερα είμαι πολύ μα πολύ ευτυχισμένος…

https://www.youtube.com/watch?v=keycC13L0No

Υ.Γ. Για τους μη Αγγλομαθείς, το τραγούδι

Πατέρα
Όταν ήμουν μικρός
μου κράτησες το χέρι.
Πατέρα να ξέρεις
τελικά καταλαβαίνω,
μού ‘μαθες το κακό
απ’ το καλό
κΚαι πώς να ζω.
Μου δωσες το μεγαλύτερο δώρο
που μπορεί κανείς να δώσει
ποτέ δεν με «πούλησες».
Μ΄έκανες δυνατό
όταν έκανα λάθη,
όταν δεν ήμουν σωστός.
Κάποιες μέρες γελούσαμε
κι άλλες μαλώναμε.
Μα σαν να ήξερες πως κάποια μέρα
θα ‘λεγα ότι είχες δίκιο.
Είσαι δίπλα μου,
σε κάθε λέξη μου,
κάθε ώρα,
κάθε μέρας,
σε ό,τι κάνω,
είμαι ένα κομμάτι σου.
Έζησες τη ζωή σου για μας
Αυτό ήταν το πλάνο σου.
Αυτά τα χέρια που ποτέ δεν πήραν,
δούλεψαν τη γη,
αυτά τα χέρια που ποτέ δεν πήραν,
μόνο δίνουν.
Και χάρις σε σένα
ξέρω πώς να ζω.
Είσαι δίπλα μου,
σε κάθε λέξη μου,
κάθε ώρα,
κάθε μέρας,
σε ό,τι κάνω,
είμαι ένα κομμάτι σου.
Πατέρα μόνο κάτι ακόμα,
πάντα ήξερες.
Κάθε λέξη που μου είπες
ήταν αληθινή.

Θαλασσινές …ανθρώπινες ιστορίες

pyli4

Πέρασα την πύλη της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων 17,5 χρονών. Βιολογικά, γιατί εμφανισιακά μάλλον για 14 έφερνα…

Ένα μέτρο μέσα και αμέσως στη γραμμή ανά τριάδες υπακούοντας στις ευγενικές (όσο ήταν οι γονείς ακόμα τρία μέτρα πίσω μας…) διαταγές από τους δύο τεταρτοετείς «προπαιδευτές». Εμπρός μαρς, κατ’ ευθείαν στο Κεντρικό κτίριο του Βασσάνειου Ιδρύματος και παράταξη στον Μεσόδομο μπροστά από το Κουρείο του κυρ Γιώργη που μας κοίταζε συγκαταβατικά έτοιμος να ασκήσει την υψηλή κομμωτική φόρμα «γουλί»…

Με την έξοδο του πρώτου από το Κουρείο,  μας έπιασαν τα γέλια. Οι τεταρτοετείς ξέχασαν τις ευγένειες. Οι γονείς και συγγενείς είχαν πάρει ήδη τον δρόμο της επιστροφής. «Γελάτε μουλάρια με τον συμμαθητή σας; Επί τόπου τροχάδην!»  Τρέχαμε εμείς αλλά το γέλιο συνεχιζόταν όταν βγήκε και ο δεύτερος «γουλί» κουρεμένος, αγριεμένος ο τεταρτοετής τσιμπάει δύο από εμάς, «εσείς ρε μουλάρια, τροχάδην γύρω γύρω τον επάνω όροφο μέχρι να σας πω να σταματήσετε».

Τρέχοντας στον επάνω όροφο, ήρθε η σειρά μου να ακούσω το όνομά μου από τη λίστα που κρατούσε ο προπαιδευτής για την «εν χρω κουρά» μου από τα χέρια του κυρ Γιώργη. Μόνο που δεν το άκουσα μια φορά μόνο.

«Γκορτζής! , ΓΚΟΡΤΖΗΗΗΣ; Τι ΓΚΟΡΤΖΗΣ ρε μούλε; Είσαι γιός του Γκορτζίλα, του Ήφαιστου;»

Τι μου λέει αυτός τώρα, σκέφτηκα. Ποιός Γκορτζίλας και ποιός Ήφαιστος;

«Δεν καταλαβαίνω», απαντώ. «Δεν καταλαβαίνεις; Τον Τάσο Γκορτζή, τον Πλοίαρχο που ήταν μέχρι πέρσι Υποδιοικητής εδώ, δεν τον ξέρεις;» «Α, αυτός είναι ξάδελφος του πατέρα μου αλλά δεν έτυχε να τον γνωρίσω». «Ναι, καλά, αφού του μοιάζεις κιόλας ρε μούλε, μπες για κούρεμα τώρα και μετά τα λέμε με σένα».

Όσο ο κυρ Γιώργης δούλευε την ψιλή στο κεφάλι μου σκεφτόμουν τι στην ευχή έκανε σ’ αυτούς ο άγνωστος σε μένα «θείος» που ξέσπαγαν στο αποψιλωμένο κεφάλι μου…

Από εκείνη τη στιγμή, όποιος τεταρτοετής με συναντούσε, αφού ρωτούσε «εσύ είσαι ρε μούλε ο Γκορτζής ο ανηψιός του Ήφαιστου;» και του απαντούσα «μάλιστα, αλλά αυτόν δεν τον έχω δεί ποτέ μου», θεωρούσε καλό να εκτονώσει όσα κουβαλούσε από τον «θείο» με το «καγκουρώ ρε μούλε που δεν τον ξέρεις…»

Όπερ «καγκουρώ» κάθισμα βαθύ και πηδηματάκια επί τόπου ή και προς τα εμπρός με τα χέρια πίσω από το κεφάλι, με τα γόνατα να παίρνουν φωτιά μετά από ένα λεπτό και τους …τετρακέφαλους να καίγονται.

Ο Τάσος Γκορτζής, Πλοίαρχος, ήταν (όπως έμαθα αργότερα) ένας αυστηρός αξιωματικός, όπως όλοι άλλωστε της εποχής του, αλλά δίκαιος, που ως Υποδιοικητής στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων «φόρτωνε ποινές’ στους απείθαρχους, μερικοί από τους οποίους διάβαιναν καθημερινά το κατώφλι του γραφείου του. Το Παρατσούκλι «Ήφαιστος» οφειλόταν στο γεγονός ότι λόγω ενός ατυχήματος, από κάταγμα στη λεκάνη, κούτσαινε ελαφρά.

Πέρα από την καθημερινή αντιμετώπιση της εκτόνωσης των τεταρτοετών για τον «θείο», είχα και πολλές προειδοποιήσεις του τύπου «καλά ρε μούλε, αν σε βρεί καμμιά μέρα ο Θεοφανίδης στον Στόλο την έβαψες».

Ο Θεοφανίδης ήταν ο αγαπητός συνάδελφος που μας άφησε νωρίς πριν λίγους μήνες το 2014. Είχε αποφοιτήσει από τη Σχολή όταν εμείς μπήκαμε. Μού τον είχαν τότε περιγράψει ως έναν μαυριδερό αγριάνθρωπο που σίγουρα απειλούσε την …σωματική μου ακεραιότητα έτσι και συναντιόμασταν αφού ο «θείος» τον είχε καθημερινό πελάτη φιλοδωρώντας τον με αυστηρές Φυλακίσεις λόγω της …συγγενούς ζωηρότητάς του.

Και έρχονται τα πρώτα Χριστούγεννα. Λίγο πριν τις γιορτές, γίνεται ένα τριήμερο εκπαιδευτικό ταξίδι με δύο μεγάλα αντιτορπιλικά του Στόλου. Στην περίπτωσή μας, το ΘΥΕΛΛΑ και το ΝΑΥΑΡΙΝΟ. Αγκυροβολούν αυτά έξω από τη Σχολή Δοκίμων και με ρυμουλκά επιβιβάζονται οι Δόκιμοι και μεταφέρονται τα εφόδια που τα κουβαλούν, ποιοί άλλοι, οι πρωτοετείς.

Όταν βγήκε το πρόγραμμα του ταξιδιού, ο τεταρτοετής Θαλαμάρχης μου θεώρησε καλό να μου …υψώσει το ηθικό. «Άντε μούλε, στο καράβι που πάμε είναι και ο Θεοφανίδης! Θα …χαρεί πολύ που θα σε βρεί…»

Ωχ αμάν, τι κάνουν τώρα; σκέφτηκα. Και κουβαλώντας στο κατάστρωμα του αντιτορπιλικού ΝΑΥΑΡΙΝΟΝ τα κατεψυγμένα από το 1945 μπούτια βύσσωνος Αργεντινής και τα καφάσια με τα φρούτα, φρόντιζα να κρύβω την κονκάρδα με το όνομά μου από το προσωπικό του πλοίου που συναπαντούσα. Μέχρι που κάποια στιγμή, ένας αγριωπός μαυριδερός αξιωματικός με φόρμα εργασίας με σταματάει στο αριστερό κατάστρωμα. «Έλα εδώ εσύ», διατάζει.

«Διατάξτε» βροντοφωνάζω δήθεν άφοβα, κολώντας το τελάρο με τα μήλα στην κονκάρδα μου. «Για κατέβασε το τελάρο» μου λέει. «όπα, την πατήσαμε» σκέφτομαι.

«Γκορτζής; Εσύ είσαι ρε ο Γκορτζής; Καλά σε κατάλαβα. Μοιάζεις του Τάση, πήγαινε να αφήσεις τα μήλα και έλα να με βρείς»

Άφησα τα μήλα στην Αποθήκη Τροφίμων και γύρισα στο κατάστρωμα. Άφαντος ο αγριωπός αλλά η διαταγή διαταγή, άρχισα το ψάξιμο ρωτώντας δεξιά και αριστερά «πού είναι ο κύριος Θεοφανίδης;», μάταια όμως, μέχρι που ξαφνικά ξαναβρίσκω τον μαυριδερό αγριωπό εκεί στο αριστερό κατάστρωμα. «Πού είσαι ρε μουλάρι τόση ώρα;» «σας έψαχνα παντού» «άσ’ τα αυτά και μπες μέσα» με σπρώχνει στο μικρό Γραφείο Μηχανής και κλείνει και τη φρακτή. «Τετέλεσται» σκέφτομαι, αλλά κρατάω ακόμα την ψυχραιμία μου.

«Ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε μουλαράκι;», αυτό το «άκι» δεν με παρηγόρησε καθόλου… «Μάλιστα, είστε ο κύριος Θεοφανίδης» με κομμένα γόνατα απαντάω έτοιμος να υποστώ τις συνέπειες.

«Ποιός Θεοφανίδης ρε μπαγάσα, ο ξάδερφός σου ο Μπουκουβάλας είμαι!» λέει ξεκαρδισμένος ο μαυριδερός!

Ο ξάδελφος, γιός της αδελφής του Τάση του Πλοιάρχου ήταν τότε Ανθυποπλοίαρχος Μηχανικός και υπηρετούσε στο ίδιο καράβι με τον Σημαιοφόρο Θεοφανίδη. Δεν είχε τύχει να γνωρίσω αυτήν την πλευρά του σογιού μια και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη.

Και από την …γκιλοτίνα του ετοιμοθάνατου, βρέθηκα να πίνω καφεδάκι (αδιανόητο για πρωτοετή) με τον ξάδελφο Ανθυποπλοίαρχο εξιστορώντας του το …Θεοφανίδειο άγος μου.

Κάποια στιγμή, το πλοίο είναι έτοιμο για απόπλου. Είμαι πηδαλιούχος στην Ομάδα Διεύθυνσης του Πλοίου και παραλαμβάνω καθήκοντα στη Γέφυρα βροντοφωνάζοντας «Πηδαλιούχος παραλαμβάνει Δόκιμος Α’ Τάξεως Γκορτζής». Στη Γέφυρα όλο το Μάχιμο Επιτελείο του πλοίου. «ΓΚΟΡΤΖΗΣ;» ακούγεται κραυγή από το φτερό της Γέφυρας. «ΓΚΟΡΤΖΗΣ;» ξαναακούγεται πιό κοντά και ένα στρογγυλό μαυριδερό κεφάλι κολλάει δίπλα στο αυτί μου ξαναφωνάζοντας «ΓΚΟΡΤΖΗΗΗΗΣ::: Πήδα στη θάλασσα ρε μούλε!» Κοιτάω δεξιά αριστερά, ο Κυβερνήτης, ο Ύπαρχος και οι άλλοι αξιωματικοί μάλλον διασκέδαζαν με την αγριότητα του Σημαιοφόρου, «τώρα τι κάνουμε;» σκέφτομαι, οπότε εμφανίζεται ο από …Μηχανής (του πλοίου) Θεός/ξάδελφος, αρχαιότερος του Σημαιοφόρου και σώζει την κατάσταση. «Θεοφανίδη άσε τον μούλο ήσυχο».

Στη διάρκεια του εκπαιδευτικού ταξιδιού μίλησα πολλές φορές με τον Θεοφανίδη. Κάτω από τη φαινομενική «αγριότητά» του ήταν ένας από τους πιό ευαίσθητους και συναισθηματικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Με εξαιρετικό χιούμορ και ειλικρίνεια. Στην μετέπειτα σταδιοδρομία μας συνεργαστήκαμε πολλές φορές, εγώ παράλληλα στα Ελικόπτερα, αυτός ένας από τους καλύτερους βατραχανθρώπους, πολλές βάρδιες μου στο Ελικοδρόμιο της Αμφιάλης πήγαινα τα βράδια στη Μονάδα του και τα λέγαμε παρέα με τα σκυλιά του ξαπλωμένα πάνω στο Γραφείο του. Του άρεσε που ούτε ένα από αυτά μου αγρίευε «καταλαβαίνουν τους φίλους» μου έλεγε. Εκτιμούσε αφάνταστα τον θείο μου «και λίγες καμπάνες μου’ ριξε, τον παίδευα συνέχεια, κάθε βράδυ πήδαγα την μάντρα κι έβγαινα έξω» ομολογούσε και γελούσε με την τότε τρομάρα μου στο άκουσμα του ονόματός του. Ακόμα και ως απόστρατοι τα λέγαμε αραιά και που στις επισκέψεις του στη Θεσσαλονίκη. Δυστυχώς τον χάσαμε νωρίς…

 

Θαλασσινές ιστορίες… Νο2

120px-Alikistonaftiko3Βλέποντας την εκπομπή «Στην υγειά μας» με την θαυμάσια μπάντα του Πολεμικού Ναυτικού, εντόπισα στους καλεσμένους τον ηθοποιό Γιάννη Μαλούχο που έχει αρκετή …προΐστορία με το Ναυτικό. Εκτός από τη συμμετοχή του στην «Αλίκη στο Ναυτικό», ήταν και ο πρωταγωνιστής μιας κωμικής σειράς της πάλαι ποτέ ΥΕΝΕΔ με τίτλο νομίζω «Ο στραβόγιαννος» όπου υποδυόταν έναν αγαθό ναύτη που τραβούσε τα πάνδεινα στη θητεία του. Και τι θυμήθηκα…

1972 φθινόπωρο. Νεαρός Σημαιοφόρος τότε στο ΒΕΛΟΣ, σε μια από τις πρώτες μου βάρδιες ως Αξιωματικός Φυλακής, με ειδοποιούν ότι ήρθε ένα συνεργείο της ΥΕΝΕΔ για να τραβήξουν κάποιες σκηνές για ένα σήριαλ.

Πηγαίνω στην πρύμη και καλωσορίζω το συνεργείο που συνοδευόταν από έναν αξιωματικό των Δημοσίων Σχέσεων του ΓΕΝ. Ανάμεσα σε όλους και ο Γιάννης Μαλούχος, ντυμένος με στολή αγγαρείας (φόρμα-πουκάμισο) ναύτη, σεμνός, ντροπαλός θα έλεγα, ευγενέστατος και …ελαφρώς ανήσυχος.

Ο αξιωματικός που συνόδευε το συνεργείο μου λέει «θα γυρίσουν μια σκηνή με τον Μαλούχο να φασινάρει την πρύμη με τον άγριο Οπλονόμο (άλλος ηθοποιός) να του κάνει συνεχώς παρατηρήσεις και στο τέλος να τον πετάει στη θάλασσα! Σε παρακαλώ, βρες έναν σβέλτο κολυμβητή από το πλήρωμα να είναι ήδη στη θάλασσα και να τον βοηθήσει γιατί ο Μαλούχος δεν ξέρει και καλό κολύμπι και ανησυχεί».

Ουδέν πρόβλημα, απαντώ. Και ειδοποιώ να έρθει πρύμα ο ναύτης Αρμενιστής …Γάτος. Παρατσούκλι το «γάτος» λόγω των ειδικών ικανοτήτων του. Νησιώτης, από τη Νάξο, ο Γάτος, ήταν το παιδί για όλες τις επικίνδυνες δουλειές. Ακροβάτης κανονικός, δεν κώλωνε σε οποιαδήποτε δουλειά στα άρμενα, η συμπάθεια του Κυβερνήτη (Παππά) και του Υπάρχου (Δημητριάδη), κρεμόταν με σχοινί και από την πλώρη για να βάψει τις άγκυρες εν πλώ…

«Διατάξτε κύριε Σημαιοφόρε» ο Γάτος. «Γάτε, έχουμε εδώ τον κύριο Μαλούχο που δεν είναι καλός ναύτης σαν κι εσένα και θα τον πετάξει ο κακός Οπλονόμος στη θάλασσα. Βάλε μαγιό και βούτα για να μη μας πάει στον πάτο.»

«μα, ξέρετε, δεν ξέρω μπάνιο» απαντάει ο Γάτος και μένω σύξυλος! «Ρε με δουλεύεις; ΕΣΥ δεν ξέρεις μπάνιο; Και σε κρεμάμε από την πλώρη να βάφεις τις άγκυρες; Και τι στην ευχή Ναξιώτης είσαι με όλο το Αιγαίο δίπλα σου;» «Ξέρετε, εγώ είμαι από την ορεινή Νάξο, προβατοκάτσικα έχουμε, δεν ήμουν παραλία»!

Ευτυχώς βρέθηκε άλλος εθελοντής που …ρυμούλκησε σώο και αβλαβή τον Μαλούχο στη στεριά. Την άλλη μέρα ανέφερα την επίσκεψη του συνεργείου στον Ύπαρχο. «Μας ζήτησαν να βάλουμε κι έναν ναύτη να τον μαζέψει από το νερό» «Ωραία» λέει ο Ύπαρχος «ποιόν έβαλες, τον Γάτο;» «Αυτόν φώναξα κι εγώ αλλά μου είπε ότι δεν ξέρει κολύμπι». Σύξυλος κι ο Ύπαρχος. «Ο Γάτος;», «Ο Γάτος, είναι από τα βουνά της Νάξου, έβοσκε ζωντανά», «κι εμείς τον βάζουμε να κάνει ακροβατικά; Φώναξέ τον ΤΩΡΑ».

Σε λίγο ο Γάτος στέκεται προσοχή μπροστά στον Ύπαρχο. «Λοιπόν, σε παραδίνω στον κύριο Σημαιοφόρο. Κάθε μέρα θα σε πηγαίνει στη Σαλαμίνα, στο θέρετρο των Υπαξιωματικών, και σε δέκα μέρες θα έχεις γίνει παγκόσμιος πρωταθλητής στην κολύμβηση, γκέγκε;» » Πάρ’ τον Σημαιοφόρε».

Κι έτσι έγινε. Ο Γάτος το’ χε μέσα του και σε δέκα μέρες κολυμπούσε σαν δελφίνι. Χάρις στον Γιάννη Μαλούχο, που ευχαρίστως θα τον έπαιρνα κι αυτόν στα …μαθήματα κολύμβησης.