Ήταν ένα μικρό καράβι, ήταν ένα μικρό καράβι….

olympic-games-athens-2004-0013

Βρε δεν πάτε στον αγύριστο όλοι σας!

«Σώσαμε» λέει ο Σαμαράς το …»καράβι που πήγαινε στα βράχια».

μας πρήξατε με τις θαλασσινές μεταφορές του λόγου, ανίδεοι από καράβια κι από θάλασσα, καπετανέοι του γλυκού νερού, κι αν θέλετε να το δείτε από την πραγματική πλευρά, ιδού:

Το καράβι έμπαζε νερά και κινδύνευε να βυθιστεί. Εσείς τι κάνατε; Αρχίσατε να πετάτε ανθρώπους στη θάλασσα. Χιλιάδες πνίγηκαν, εκατομμύρια κολυμπούν απελπισμένα να τα βγάλουν πέρα. Το «καράβι ίσιωσε» λέτε. Το παραδόσατε με «μηδέν έλλειμα» λέτε. ίσα βάρκα ίσα νερά… Το έλλειμα που δημιουργήσατε στην κοινωνία, ανθρωπιστικό, οικονομικό, ηθικό, δεν το υπολογίζετε…

Όσοι απέμειναν σας έκλεισαν στο μπαλαούρο και ο …κλήρος έπεσε στον «γενναίο» που ήταν όμως αταξίδευτος κι αυτός, χαμπάρι από καράβια και φουρτούνες… Το πρώτο που τον ένοιαξε ήταν να σώσει κάποιους δικούς του που κολυμπούσαν κοντά, να τους ανεβάσει στο καράβι για να είναι σίγουρος ότι το καπετανιλίκι του δεν είναι προσωρινή παρένθεση…

Κύριοι πολιτικοί, ένθεν και ένθεν. Τους ηγέτες, τους καπετάνιους, δεν τους κάνουν οι τεχνοκρατικές και ιδεολογικές σπουδές. Οι ηγέτες αναδεικνύονται με το προσωπικό παράδειγμα και την κατανόηση της πραγματικότητας αυτών που ηγούνται.

Το φαινόμενο …Χαρδούβελη, και όλων όσων από εσάς, παλιών και καινούργιων, να διατηρείτε παχυλούς λογαριασμούς στο εξωτερικό, δεν έχει σχέση με καράβια, καπετάνιους και ηγέτες. Μοιάζετε με «καπετάνιους χέστες» που φυλάνε στο ερμάρι τους δέκα σωσσίβια και δυό βάρκες για τον εαυτό τους και δεν περισσεύουν τα λοιπά για το πλήρωμα.

Αυτοξεφτιλίζεστε. Σταματήστε να ξεφτιλίζετε και τον θαλασσινό πολιτισμό μας με τις ανόητες αναφορές σας σε καράβια και καπετάνιους.

Advertisements

…Αναδρομικά όνειρα

500-€_discover_banknotes

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Είμαι λέει αραχτός στον καναπέ απέναντι από το χαζοκούτι με τα πόδια απλωμένα πάνω στα πακέτα/τούβλα των εκατόευρων που είναι στιβαγμένα στο τραπεζάκι του καθιστικού.

Δίπλα μου η Γούλφω που τα κοιτάει και βλέπω στο βλέμμα της να κάνει υπολογισμούς για πόσα σκυλομπισκοτάκια φτάνουν…

Εγώ πάλι είμαι απορροφημένος στην προτροπή από οθόνης γηραιάς κυρίας προσομοιάζουσας -σε ηλικιακή προοπτική μέλλοντος- της κυβερνητικής εκπροσώπου να αγοράσω κάτι κεραμικά μαχαίρια από οξείδιο του ζιργονίου. Μαχαίρια δεν χρειάζομαι, έχω αρκετά για ώρα ανάγκης, αλλά αυτό το οξείδιο του ξιργονίου ως πολύτιμο μου ακούγεται για επένδυση πριν μας βρεί η επόμενη κρίση… Θα πάρω δυό ντουζίνες, αποφάσισα.

Καπάκι λοιδορώ βγάζοντάς του τη γλώσσα, αυτού του γλοιώδους Ριχάρδου που διαδέχεται επί της οθόνης την ομοιάζουσα στην κυβερνητική εκπρόσωπο γηραιά κυρία για να με «διευκολύνει» αγοράζοντας τα οικογενειακά μου πολύτιμα κειμίλια που δεν έχω… «Πάρε τα τέτοια μου» μονολογώ και η Γούλφω γουργουρίζει συμφωνώντας.

Να σου και η κυρά μου και κυρία μου εκστασιασμένη από τα ινσταντ λίφτιγκ και τα υαλουρονικά οξέα μετά κολλαγόνου που διεκδικεί μερίδιο από τα πακέτα. «Τι να τα κάνες εσύ, λουλούδι του μπαχτσέ μου» αντιτείνω μπας και διασώσουμε τίποτα…

Πάνω που άρχισα να ονειρεύομαι ταξίδια στα Παρίσια, στις Λόνδρες και σε εξωτικά νησιά για τρέλλες μετά του λουλουδιού του μπαχτσέ μου, προσγειώνομαι από τον καλό από τηλεοράσεως Σύμβουλο για το ότι βρίσκομαι σε ηλικία που ο …προστάτης μου θέλει κι αυτός την προστασία του, να πάρουμε καμμιά εκατοστή μπουκαλάκια, να ενισχύσουμε και τον πάλαι ποτέ συνάδελφο που ο γιός του έχει φαρμακείο και μας βομβαρδίζει εκ του διαδικτύου με προσφορές.

Συνεχίζω να ατενίζω τα πακέτα των αναδρομικών εκατόευρων, παίρνω χαρτί και μολύβι και αρχίζω τον κατάλογο. Σέρβις που δεν κάναμε δυό χρόνια τώρα στο αυτοκίνητο, τέσσερα λάστιχα, οκτώ θα πάρω να ‘χουμε, οι μισές λάμπες καμμένες, θα πάρω κι άλλες τόσες, μη ξεχάσω να δώσω τα χρεωστούμενα στον καλό φίλο βοθρατζή, α ναι, να πάρω και δυό τρείς ηλεκτρικές κουβέρτες, σε αντικατάσταση αυτής που έκαψε το στρώμα και τα στρωσίδια, μπας και λαμπαδιάσει όλο το σπίτι και με τα λεφτά της ασφάλειας ξεπληρώσουμε το ρημάδι το στεγαστικό…

Και πάνω εκεί που ονειρευόμουνα, ακούω τη φωνή της καλής μου «πετρέλαιο θα βάλουμε να βγάλουμε τα διπλά φλις που φοράμε ολοημερίς γιορτές μέρες;» «Πετρέλαιο; Κοίτα εδώ! Πόσους τόννους θέλεις να πάρουμε;» τη ρωτάω και της δείχνω τα πακέτα στο τραπεζάκι.

«Πόσους τόννους αγοράζουμε με ένα πενηντάρικο;» μου λέει και μου δείχνει κι αυτή το τραπεζάκι.

Όπα! Πού πήγαν τα πακέτα ρε παιδιά;

 

 

Μη σου λάχει…

pontiki_1

Εν αρχή μας επισκέφθηκε ο πόντιξ. Κανονικός speedy Gonzales πέρασε ως σίφουνας μπροστά από την Γούλφω που ούτε που τον πήρε είδηση και τρύπωσε στο αποθηκοντούλαπο της κουζίνας. Το να βγάλουμε τα πράγματα είναι …μισή μετακόμιση, η κυρά και κυρία μας ανατριχιασμένη να κοιτάει συνεχώς το πάτωμα μπας και την πατήσει ο ποντικός, σκέφτηκα την παγίδα με την κόλλα… «Αν σ’ αρέσει να ακούς τον ποντικό να τσιρίζει κολλημένος, πάρ’ την» μου λέει ο μαγαζάτωρ. «Σου συνιστώ όμως αυτό το ποντικοφάρμακο (κάτι ροζ κουφετάκια σαν ποντικοκούραδα gay), ένα να φάει και πάει να συναντήσει τους προγόνους του. »

Καπάκι από γιαούρτι τούμπα και μετρημένα δέκα κουφετάκια, σε δύο ντουλάπια μέσα. Έλεγχος μετά 24ωρο. Εξαφανισμένα τα κουφετάκια, πουθενά ο Gonzales. Άλλα δέκα σε κάθε καπάκι, ξαναέλεγχος, φαγωμένα κι αυτά. Μετά τρείς μέρες και μισό κουτί κουφετάκια φαγωμένα, ο δίποντος πόντιξ εδέησε να βγεί στο κέντρο της κουζίνας και να αποδημήσει εις Κύριον.

Κατά την προσωρινή απόθεσή του στον μικρό κάδο σκουπιδιών κάτω από τον νεροχύτη …πλατσουρίζω σε λίμνη υδάτων καθότι το σιφόνι του νεροχύτη αποφάσισε και αυτό να τα φτύσει. Παρέα με τον τεθνεότα στρώνομαι κάτω και επί δίωρο παιδεύομαι με τα πλαστικά δωδεκαετίας χωρίς αποτέλεσμα… Άντε στα μαγαζιά να βρώ καινούργιο, η «εγκατάσταση» με τη συνήθη ελληνική πατέντα μοναδική στο είδος της, μου πήρε τρείς μέρες να στεγανοποιήσω την κατάσταση (συζυγάτα, βάλε και ενα κουβά από κάτω να είμαστε σίγουροι) και ηρέμησα. Ως καλός σύζυγος, έπιασα τον ποντικό, έφτιαξα και τα υδραυλικά.

Πάνω που ηρέμησα, η καλή μου κυρία, ΠΟΛΥ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ, με πληροφορεί «Το πλυντήριο των πιάτων δεν τραβάει νερό ξέρεις». «Από πότε;» ρωτάω με ελαφρά ένταση. «Από τώρα» μου λέει. «Ρε Νανάκι τι γίνεται; ΤΩΡΑ τα έφτυσαν όλα; Και τα γαμ^&^%$μένα τα επιστρεφόμενα από τα κλεμμένα δεν τα έχουμε δεί ακόμα. Το καλό παιδί που μας έφτιαξε το πλυντήριο ρούχων πριν δυό μήνες θα θέλει λεφτά». «Ναί, αλλά και ο βόθρος θέλει λεφτά αν τα πλένουμε όλα στο χέρι» μου αντιλέει.

Οκ! Τηλέφωνο στον Γιώργο, έρχεται το παιδί, τσεκαρισμένος αξιόπιστος, «πρέπει να το πάρω στο μαγαζί για έλεγχο και επισκευή». Και το πήρε. Πέντε μέρες, εκτός από το σιδέρωμα, ανέλαβα ως έμπειρος …ναύαρχος την αναλογούσα βάρδια μου και στο πλύσιμο των πιάτων, μέχρι να επανέλθει το λαβωμένο πλυντήριο στη θέση του.

«Τι είχε το ρημάδι ρε Γιώργη;» ρώτησα τον καλό τεχνίτη. «Είχατε ποντικό στο σπίτι;» με αντιρώτησε «γιατί βρήκα το φλοτέρ φαγωμένο όπως και κάτι καλώδια, τα άλλαξα όλα, το καθάρισα καλά, μπουζί, βαλβολίνες, λάδια κλπ, τόσο η ζημιά».

Αξιόπιστος είπαμε ο Γιώργος, το πλυντήριο δουλεύει ρολόι, του καταθέσαμε τα δέοντα (μετά τον ΕΝΦΙΑ, το στεγαστικό, το του αυτοκινήτου, της κάρτας, του καταναλωτικού που δανειζόμαστε για τα ΣτουρναροΧαρδουβελιώτικα χαράτσια, του ΟΤΕ, της ΕΥΑΘ, της ΔΕΗ, τη δόση του περσινού φόρου κλπ) άντε ηρεμήσαμε και μείναμε ταπί μέχρι να μπεί το επόμενο μηνιάτικο.

Αμ δε! «Τι υγρασία είναι αυτή σήμερα!» αναφωνεί η συμβία. «Μην ανάψουμε καλοριφέρ γιατί δεν μας βγαίνει να πάρουμε πετρέλαιο αν δεν μας δώσουν τα αναδρομικά, πάω να βάλω την ηλεκτρική κουβέρτα, που μας έδωσε ο αδερφός σου, στο κρεβάτι να τραβήξει την υγρασία από τα σεντόνια.» Και την έβαλε. Πάνω που άρχισαν οι ΣΥΜΜΑΘΗΤΕΣ (συμπαθές σήριαλ για να αποτοξινόμαστε από την δηλητηριώδη γλίτσα των καναλιών) κάτι μας …μύρισε. Τρέχουμε στην κρεβατοκάμαρα και πνιγόμαστε στον καπνό. Προλάβαμε το λαμπάδιασμα αλλά, κάηκε το στρώμα που επί εικοσιεπταετία άντεξε τα ηθικά και ανήθικά μας, κάηκαν τα σεντόνια, κάηκαν και τα μαξιλάρια. Πρόχειρος υπολογισμός… καμμιά πεντακοσαριά ευρώ ζημιά που έπρεπε και να αποκατασταθεί διότι πού να κοιμηθούμε…

Ο πρόχειρος υπολογισμός αποδείχθηκε ακριβής το διήμερο αναζήτησης στρώματος και παπλώματος και ο συνταξιούχος ναύαρχος απευθύνθηκε στον συνταξιούχο καθηγητή πεθερό του για …διευκόλυνση μέχρι να δεήσει ο αρχιψεύτης Πρωθυπουργός να εκτελέσει τα εντελλόμενα από το ΣΤΕ και αυτά που υποσχέθηκε πολλάκις μακραίνοντας την …μύτη του.

Αύριο, Θεού θέλοντος, αρριβάρει το καινούργιο στρώμα, (Νανάκι θα παίξεις την …κυβέρνηση, να το δοκιμάσουμε;)

Για να μπορούμε να αποδώσουμε όμως χρειαζόμαστε ζεστούλα. «Δεν ανάβεις το καλοριφέρ να φτιάξουμε την ατμόσφαιρα για αύριο;» παροτρύνω τη γυναίκα. Μετά δίλεπτο, «εγώ το ανάβω, αυτό δεν παίρνει μπρος!»

Δεν λέω τίποτα. Δεν ΜΠΟΡΩ να πω τίποτα. Όλα τα ναυτικοθρησκευτικά που εμπέδωσα στον βίο μου έρχονται αυθόρμητα στο μυαλό μου ως προς την Τύχη μου που αποφάσισε να κάνει διακοπές, και σπεύδω στο λεβητοστάσιο. Τρείς ηλεκτροβάνες πάπαλα, ρεύμα δεν πάει στον λέβητα, οι βάνες δωδεκαετίας άντε να βρείς ίδιες, αξιόπιστο τεχνίτη περί τα αυτά ουκ έχω, πρόχειρος υπολογισμός κόστους καμμιά τετρακοσαριά ευρώ χωρίς τα εργατικά…

Και άλλη …προίκα δεν υπάρχει. Ταπί και ο συνταξιούχος πεθερός. Αδιέξοδο.

Λένε «ποντικός στο σπίτι, γρουσουζιά φέρνει». Είναι να μην πιστεύεις τη λαϊκή σοφία;

Θυσίες, Θύτες και Θύματα…

Πριν σκάρτα δύο χρόνια, σε δημόσια ομιλία μου, παρουσία όλης της πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας, είπα μεταξύ άλλων:

«Από τα …πολύ νιάτα μου, μέχρι τα σημερινά ασπρισμένα, όλες οι επετειακές ομιλίες και οι χαιρετισμοί που ακούω ξεκινούν συνήθως με τη φράση «στις κρίσιμες στιγμές που διανύει η Πατρίδα μας…από τη συνεχή τυπική επανάληψη της «κρισιμότητας των στιγμών» επί δεκαετίες, την πατήσαμε σαν τους χωριάτες που δεν πίστευαν τον βοσκό που φώναζε συνεχώς «Βοήθεια ο Λύκος».

Και ούτε πήραμε χαμπάρι το πώς, όχι ένας αλλά, αγέλη λύκων –ντόπιων και ξένων- έχει μπει από καιρό στο χωριό και κατατρώει το βιός μας, την αξιοπρέπειά μας, την Δημοκρατία, την Ελευθερία, την Πατρίδα μας.»

Δεν περίμενα βεβαίως να …συμμορφωθούν οι συγγραφείς των λόγων τους, άλλωστε σκοπίμως χρησιμοποιούν την εκφοβιστική υπερβολή και τη συνθηματική αρλουμπολογία ως μοχλό διαχείρισης των μαζών.

Όπως σκοπίμως διαστρεβλώνουν έννοιες και «λεξιπλάθουν» αρλούμπες για να φαίνονται …διαβασμένοι και εξυπνότεροι στην προσπάθεια να καλύψουν τα ανομήματά τους.

Έτσι, μας έχουν φλομώσει οι πολιτικοί με συνεχείς αναφορές στις «θυσίες» των πολιτών που στωικά υπομένουν για το καλό της πατρίδας που κινδυνεύει, οι ίδιοι αυτοαναδεικνύνται σε «θύματα» που υφίστανται όλων των λογιών τα βάσανα ώστε να σώσουν την πατρίδα που κινδυνεύει, ούτε ΕΝΑΣ όμως κατονομάζει ή αυτοπροσδιορίζεται ως ΘΥΤΗΣ. Αντιθέτως, οι ανάγωγοι γλείφτες των πολιτών, αυτών που εξυμνούν για τις …εκούσιες «θυσίες» τους, από την πρώτη στιγμή αποποιήθηκαν των ευθυνών τους σκούζοντας «μαζί τα φάγαμε» καθιστώντας συνένοχους τους πάντες. Έτσι, στη βάση του «ένοχος ένοχον ου ποιεί», συνεχίζουν την παραμυθολογία, ατιμώρητοι για τα εγκλήματά τους και αποθρασυμένοι αναλαμβάνουν συνεχώς νέα.

«Θυσία» λοιπόν των πολιτών το ΕΓΚΛΗΜΑ της καταλήστευσής τους από το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο δεκαετιών.

«Θύματα» οι διαχειριστές της κρίσης που προέταξαν τα …ευμεγέθη στήθη τους για να σωθεί η πατρίδα αδιαφορώντας για το …πολιτικό μέλλον τους όπως ισχυρίζονται τώρα. Δεν λένε φυσικά κάτι και για το …τότε, οπότε και διαγκωνίζονταν για να φέρουν την πατρίδα σ’ αυτό το χάλι, συντηρώντας το άθλιο και τότε «παρόν» τους…

Και είναι τέτοια η έπαρσή τους που νομίζουν ότι μας έπεισαν…

 

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζητά να του πουν για τα «προνόμια και τις παροχές» των στρατιωτικών!

Κύριε Μητσοτάκη,

σωστή η απορία σας με το δεδομένο οτι ούτε στη θητεία σας αντιληφθήκατε τα ιδιαίτερα προνόμια των στρατιωτικών που ΤΩΡΑ θέλετε να πληροφορηθείτε.

Ας σας καταθέσω λοιπόν μερικά από τα προνόμια που απόλαυσα προσωπικά:

1. ‘Άδεια». Πήρα την πρώτη μου δεκαήμερη άδεια οκτώ χρόνια μετά την ονομασία μου ως Αξιωματικός. Ούτε μία φορά στη σταδιοδρομία μου κατόπιν εξάντλησα τον δικαιούμενο μήνα κανονικής άδειας τον χρόνο «λόγω υπηρεσιακών αναγκών»…

2. «Υπερωρίες». Αγνοώ την έννοια της λέξης αλλά γνωρίζω καλά ότι όσο υπηρετούσα (29 χρόνια) στον Στόλο και στα Ελικόπτερα του Πολεμικού Ναυτικού επί 200-250 ημέρες τον χρόνο ήμουν μακριά από το σπίτι μου και την οικογένειά μου «λόγω υπηρεσιακών αναγκών».

3. «Γιορτές». Την πλειονότητα των γιορτών πέρασα με το προσωπικό των Υπηρεσιών όπου υπηρετούσα, τους γονείς μου τους έβλεπα μια-δυό μέρες κάθε δυό χρόνια. Ακόμα και στις Εθνικές Εκλογές τις περνούσαμε «ένδον» σε …επιφυλακή.

4. «Κοινωνικές παροχές». Ως Πλωτάρχης του Π.Ν. δεν είχα την οικονομική ευχέρεια να στείλω το παιδί μου σε ιδιωτικό παιδικό Σταθμό. Απευθύνθηκα στους Δημόσιους της περιοχής μου που απέρριψαν την αίτησή μου με βάση το δηλωθέν εισόδημά μου που ήταν …υψηλότερο από το δηλωθέν των εμφανώς πλουσιότερων γιατρών, δικηγόρων και ελεύθερων επιχειρηματιών γειτόνων μου τα παιδιά των οποίων ήταν δεκτά.

5. «Ευθύνες». Όσο εσείς σπουδάζατε και εργαζόσασταν μπροστά στις οθόνες των υπολογιστών των Τραπεζών (με τα …γνωστά αποτελέσματα της δουλειάς σας), οι συνάδελφοί μου κι εγώ αναλαμβάναμε την ευθύνη της διαχείρισης και συντήρησης Μονάδων του Στόλου για να τις έχουμε ετοιμοπόλεμες (γιατί άραγε…) και -κυρίως- την ευθύνη του προσωπικού μας σε συνθήκες πολλές φορές που μόνο σε ταινίες του I-Pad σας βλέπετε.

4. «Διευκολύνσεις». Πολύς λόγος γίνεται και για το «προνόμιο» του θερέτρου της Αγίας Μαρίνας για τα στελέχη του Π.Ν., του Λ.Σ. και των Υπαλλήλων ΥΕΘΑ. Ο αριθμός του προσωπικού είναι τέτοιος που ελάχιστες φορές στη σταδιοδρομία του καθενός δίνεται η ευκαιρία της ..απόλαυσής του. Αλλά μόνο για αυτό το θέρετρο και τα άλλα των Ενόπλων Δυνάμεων γίνεται λόγος. Για τα δικά σας τα …Τραπεζικά και άλλα τσιμουδιά, λες και αυτά δεν τα πληρώνει όλη η κοινωνία. Για να μην επεκταθούμε στους Οικοδομικούς Οργανισμούς, τα υπόγεια σούπερ μάρκετ…, δικά σας και άλλων…

Ο κατάλογος είναι μακρύς. Γι αυτό δεν θα σας κουράσω άλλο.

Να σας προτρέψω  όμως στο να καταργήσετε όσα προνόμια βρείτε. Δεν θα μπορέσετε ποτέ όμως να καταργήσετε το προνόμιο που είχαμε να ζήσουμε στον θαλασσινό πολιτισμό, όπου ο καθένας συνειδητοποιεί τόσο τα δικαιώματά του όσο και τις υποχρεώσεις του, όπου δένονται ισόβια οι ζωές των συνυπηρετούντων και όπου το καθήκον για την πατρίδα υπερτερεί -για την πλειονότητα τουλάχιστον- του όποιου «προνομίου», υπό την έννοια που εσείς δεν θα καταλάβετε ποτέ σας.

Κύριε Πρωθυπουργέ

Κύριε Πρωθυπουργέ,
γνωρίζω καλά τα αποστάγματα της λαϊκής σοφίας ως αυτό «στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα» επομένως και την τύχη της ανοικτής αυτής επιστολής εάν και όποτε οι παρατρεχάμενοί σας θέσουν το περιεχόμενό της υπ’ όψη σας…
Οφείλω όμως να καταθέσω δημόσια τις σκέψεις μου μήπως και αυτοί οι παρατρεχάμενοί σας έχουν καταφέρει να σας πείσουν ότι όλοι οι Έλληνες πολίτες τρώμε κουτόχορτο ή καπνίζουμε άλλου είδους χόρτο ώστε να παρακολουθούμε αυτά που γίνονται σιωπηροί και αποχαυνωμένοι.
Και «αυτά που γίνονται» δεν είναι άλλο παρά η συνέχιση του παραμυθιάσματος της κοινωνίας με συνθήματα και παραμύθια που κρύβουν κάτω από το χαλί τις βρωμιές ενός πολιτικού συστήματος επί δεκαετίες.
Παραμυθιάζετε την κοινωνία όταν ισχυρίζεστε ότι έχετε την εξουσιοδότηση –μέσω των εκλογών- να κυβερνάτε. Το ίδιο και η δήθεν αντιπολίτευση… Στρογγυλοκάθεστε εναλλασσόμενοι στην εξουσία ψηφιζόμενοι από τη μειονότητα των εγγεγραμμένων εκλογέων, με καλομαγειρεμένους εκλογικούς Νόμους με τη διαχρονική πρόφαση «ανάγκης για σταθερότητα λόγω των κρίσιμων στιγμών που διανύει η Πατρίδα μας». Σταθερότητα ως προς τη διατήρηση της εξουσίας, βεβαίως, του υποταγμένου πολιτικού συστήματος σε αλλότριους πάτρωνες από καταβολής του νεοελληνικού κράτους.
Παραμυθιάζετε την κοινωνία ότι το «μεγάλο Δημόσιο» και η αναποτελεσματικότητά του επέφερε την πτώχευση του κράτους. Προσπαθείτε να συνενοχοποιήσετε τους πολίτες για να αποενοχοποιηθείτε των εγκλημάτων σας. Νομίζετε ότι μας πείσατε ότι οι μισθοί και οι συντάξεις –μαζί ακόμα και με αυτές τις «μαϊμούδες»- έριξαν έξω τα Ταμεία. Ούτε λέξη ψελλίζετε για τις ευθύνες των Τραπεζών στη διαχείριση των αποταμιεύσεων των πολιτών, ούτε λέξη για το αμαρτωλό Χρηματιστήριο που ξεπάτωσε τις οικονομίες των Ελλήνων, τσιμουδιά για τα εκατομμύρια που με παγκόσμιας πρωτοτυπίας Συμβάσεις χαρίζετε στους μεγαλοεργολάβους, τον σκασμό για τα εκατομμύρια που χαρίζετε στους «επιχειρηματίες» των ΠΑΕ, άκρα του τάφου σιωπή για το κόστος των έργων υποδομής των τελευταίων σαράντα χρόνων που δόθηκαν σε μειοδότες του 50% και κόστισαν 150%, ούτε λέξη για τα θαλασσοδάνεια των κομμάτων σας, για τα αφορολόγητα υπουργοβουλευτικά εισοδήματά σας, μούγκα για το εκατομμύριο του Τσουκάτου με τα όποια παρελκόμενά του…, ούτε λέξη για τις «επιδοτήσεις» του 30% των πολιτών ψηφοφόρων σας.
Όλα αυτά χρήματα των πολιτών ήταν… Και αφού εσείς και το οικονομικοπολιτικό κατεστημένο φάγατε του σκασμού από αυτά, μας «κουρεύετε» μισθούς, συντάξεις, αποθεματικά των ταμείων μας, ομόλογα, και στέλνετε στον καιάδα της ανεργίας και της μετανάστευσης μικρούς και μεγάλους.
Παραμυθιάζετε την κοινωνία με την «αγάπη» σας για τους «ένστολους» και τις υποσχέσεις σας για ιδιαίτερη φροντίδα (εκπηγάζουσας από το Σύνταγμα) ενώ τους βρήκατε εύκολα θύματα ληστείας εκ μέρους σας με τις άδικες και άνισες καταληστεύσεις των εισοδημάτων τους σε σχέση με άλλους Κλάδους που τους έχετε ανάγκη τόσο για να νομιμοποιούν τα εγκλήματά σας όσο και για να σας προστατεύουν από τις επιπτώσεις τους.
Εμείς οι στρατιωτικοί από τα μικράτα μας μάθαμε ότι δεν μπορούμε να απεργούμε, ούτε να «απέχουμε» από τα καθήκοντά μας για να εκβιάζουμε προνόμια ή βελτίωση του βιοτικού μας επιπέδου. Συναισθανόμαστε τις ευθύνες μας και υπακούουμε υπομένοντας. Αυτό παρεξηγείται βεβαίως από αστράτευτους, παχύδερμους στο νου, στενούς συνεργάτες σας που αποδίδουν την υπομονή σε συγγενή «αυτισμό» των στρατιωτικών και φαίνεται ότι κι εσείς έχετε πεισθεί γι αυτό. Δεν δικαιολογείται αλλιώς η πολιτικάντικη προσπάθειά σας στην ΔΕΘ να «περιτυλίξετε» την παρανομία σας –τη μη συμμόρφωση με την απόφαση του ΣΤΕ- με …φύκια αγάπης και …μεταξωτές κορδέλες φτιασιδώματος του νέου κουρέματος που μας επιφυλάσσετε. Οι δικαιολογίες σας δεν μας ακουμπούν πλέον. Φορολογείστε τα δικά σας εισοδήματα, βρέστε το …εκατομμύριο του Τσουκάτου και τα άλλα που «ψάχνετε» επί διετία στα σκοτάδια του πολιτικοοικονομικού σας συστήματος με φακούς χωρίς μπαταρίες… και θα βρείτε λεφτά για να μας επιστρέψετε τα παραπάνω κλεμμένα από αυτά που κλέψατε από τους άλλους πολίτες….
Η υπομονή των «αυτιστικών» έχει εξαντληθεί μαζί με την αξιοπρέπειά τους. Και πριν βιαστείτε να χαρακτηρίσετε τυχόν «αποχή» τους στο εγγύς μέλλον ως εθνική προδοσία, κοιταχθείτε στον καθρέφτη.

Θαλασσινές …ανθρώπινες ιστορίες

pyli4

Πέρασα την πύλη της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων 17,5 χρονών. Βιολογικά, γιατί εμφανισιακά μάλλον για 14 έφερνα…

Ένα μέτρο μέσα και αμέσως στη γραμμή ανά τριάδες υπακούοντας στις ευγενικές (όσο ήταν οι γονείς ακόμα τρία μέτρα πίσω μας…) διαταγές από τους δύο τεταρτοετείς «προπαιδευτές». Εμπρός μαρς, κατ’ ευθείαν στο Κεντρικό κτίριο του Βασσάνειου Ιδρύματος και παράταξη στον Μεσόδομο μπροστά από το Κουρείο του κυρ Γιώργη που μας κοίταζε συγκαταβατικά έτοιμος να ασκήσει την υψηλή κομμωτική φόρμα «γουλί»…

Με την έξοδο του πρώτου από το Κουρείο,  μας έπιασαν τα γέλια. Οι τεταρτοετείς ξέχασαν τις ευγένειες. Οι γονείς και συγγενείς είχαν πάρει ήδη τον δρόμο της επιστροφής. «Γελάτε μουλάρια με τον συμμαθητή σας; Επί τόπου τροχάδην!»  Τρέχαμε εμείς αλλά το γέλιο συνεχιζόταν όταν βγήκε και ο δεύτερος «γουλί» κουρεμένος, αγριεμένος ο τεταρτοετής τσιμπάει δύο από εμάς, «εσείς ρε μουλάρια, τροχάδην γύρω γύρω τον επάνω όροφο μέχρι να σας πω να σταματήσετε».

Τρέχοντας στον επάνω όροφο, ήρθε η σειρά μου να ακούσω το όνομά μου από τη λίστα που κρατούσε ο προπαιδευτής για την «εν χρω κουρά» μου από τα χέρια του κυρ Γιώργη. Μόνο που δεν το άκουσα μια φορά μόνο.

«Γκορτζής! , ΓΚΟΡΤΖΗΗΗΣ; Τι ΓΚΟΡΤΖΗΣ ρε μούλε; Είσαι γιός του Γκορτζίλα, του Ήφαιστου;»

Τι μου λέει αυτός τώρα, σκέφτηκα. Ποιός Γκορτζίλας και ποιός Ήφαιστος;

«Δεν καταλαβαίνω», απαντώ. «Δεν καταλαβαίνεις; Τον Τάσο Γκορτζή, τον Πλοίαρχο που ήταν μέχρι πέρσι Υποδιοικητής εδώ, δεν τον ξέρεις;» «Α, αυτός είναι ξάδελφος του πατέρα μου αλλά δεν έτυχε να τον γνωρίσω». «Ναι, καλά, αφού του μοιάζεις κιόλας ρε μούλε, μπες για κούρεμα τώρα και μετά τα λέμε με σένα».

Όσο ο κυρ Γιώργης δούλευε την ψιλή στο κεφάλι μου σκεφτόμουν τι στην ευχή έκανε σ’ αυτούς ο άγνωστος σε μένα «θείος» που ξέσπαγαν στο αποψιλωμένο κεφάλι μου…

Από εκείνη τη στιγμή, όποιος τεταρτοετής με συναντούσε, αφού ρωτούσε «εσύ είσαι ρε μούλε ο Γκορτζής ο ανηψιός του Ήφαιστου;» και του απαντούσα «μάλιστα, αλλά αυτόν δεν τον έχω δεί ποτέ μου», θεωρούσε καλό να εκτονώσει όσα κουβαλούσε από τον «θείο» με το «καγκουρώ ρε μούλε που δεν τον ξέρεις…»

Όπερ «καγκουρώ» κάθισμα βαθύ και πηδηματάκια επί τόπου ή και προς τα εμπρός με τα χέρια πίσω από το κεφάλι, με τα γόνατα να παίρνουν φωτιά μετά από ένα λεπτό και τους …τετρακέφαλους να καίγονται.

Ο Τάσος Γκορτζής, Πλοίαρχος, ήταν (όπως έμαθα αργότερα) ένας αυστηρός αξιωματικός, όπως όλοι άλλωστε της εποχής του, αλλά δίκαιος, που ως Υποδιοικητής στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων «φόρτωνε ποινές’ στους απείθαρχους, μερικοί από τους οποίους διάβαιναν καθημερινά το κατώφλι του γραφείου του. Το Παρατσούκλι «Ήφαιστος» οφειλόταν στο γεγονός ότι λόγω ενός ατυχήματος, από κάταγμα στη λεκάνη, κούτσαινε ελαφρά.

Πέρα από την καθημερινή αντιμετώπιση της εκτόνωσης των τεταρτοετών για τον «θείο», είχα και πολλές προειδοποιήσεις του τύπου «καλά ρε μούλε, αν σε βρεί καμμιά μέρα ο Θεοφανίδης στον Στόλο την έβαψες».

Ο Θεοφανίδης ήταν ο αγαπητός συνάδελφος που μας άφησε νωρίς πριν λίγους μήνες το 2014. Είχε αποφοιτήσει από τη Σχολή όταν εμείς μπήκαμε. Μού τον είχαν τότε περιγράψει ως έναν μαυριδερό αγριάνθρωπο που σίγουρα απειλούσε την …σωματική μου ακεραιότητα έτσι και συναντιόμασταν αφού ο «θείος» τον είχε καθημερινό πελάτη φιλοδωρώντας τον με αυστηρές Φυλακίσεις λόγω της …συγγενούς ζωηρότητάς του.

Και έρχονται τα πρώτα Χριστούγεννα. Λίγο πριν τις γιορτές, γίνεται ένα τριήμερο εκπαιδευτικό ταξίδι με δύο μεγάλα αντιτορπιλικά του Στόλου. Στην περίπτωσή μας, το ΘΥΕΛΛΑ και το ΝΑΥΑΡΙΝΟ. Αγκυροβολούν αυτά έξω από τη Σχολή Δοκίμων και με ρυμουλκά επιβιβάζονται οι Δόκιμοι και μεταφέρονται τα εφόδια που τα κουβαλούν, ποιοί άλλοι, οι πρωτοετείς.

Όταν βγήκε το πρόγραμμα του ταξιδιού, ο τεταρτοετής Θαλαμάρχης μου θεώρησε καλό να μου …υψώσει το ηθικό. «Άντε μούλε, στο καράβι που πάμε είναι και ο Θεοφανίδης! Θα …χαρεί πολύ που θα σε βρεί…»

Ωχ αμάν, τι κάνουν τώρα; σκέφτηκα. Και κουβαλώντας στο κατάστρωμα του αντιτορπιλικού ΝΑΥΑΡΙΝΟΝ τα κατεψυγμένα από το 1945 μπούτια βύσσωνος Αργεντινής και τα καφάσια με τα φρούτα, φρόντιζα να κρύβω την κονκάρδα με το όνομά μου από το προσωπικό του πλοίου που συναπαντούσα. Μέχρι που κάποια στιγμή, ένας αγριωπός μαυριδερός αξιωματικός με φόρμα εργασίας με σταματάει στο αριστερό κατάστρωμα. «Έλα εδώ εσύ», διατάζει.

«Διατάξτε» βροντοφωνάζω δήθεν άφοβα, κολώντας το τελάρο με τα μήλα στην κονκάρδα μου. «Για κατέβασε το τελάρο» μου λέει. «όπα, την πατήσαμε» σκέφτομαι.

«Γκορτζής; Εσύ είσαι ρε ο Γκορτζής; Καλά σε κατάλαβα. Μοιάζεις του Τάση, πήγαινε να αφήσεις τα μήλα και έλα να με βρείς»

Άφησα τα μήλα στην Αποθήκη Τροφίμων και γύρισα στο κατάστρωμα. Άφαντος ο αγριωπός αλλά η διαταγή διαταγή, άρχισα το ψάξιμο ρωτώντας δεξιά και αριστερά «πού είναι ο κύριος Θεοφανίδης;», μάταια όμως, μέχρι που ξαφνικά ξαναβρίσκω τον μαυριδερό αγριωπό εκεί στο αριστερό κατάστρωμα. «Πού είσαι ρε μουλάρι τόση ώρα;» «σας έψαχνα παντού» «άσ’ τα αυτά και μπες μέσα» με σπρώχνει στο μικρό Γραφείο Μηχανής και κλείνει και τη φρακτή. «Τετέλεσται» σκέφτομαι, αλλά κρατάω ακόμα την ψυχραιμία μου.

«Ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε μουλαράκι;», αυτό το «άκι» δεν με παρηγόρησε καθόλου… «Μάλιστα, είστε ο κύριος Θεοφανίδης» με κομμένα γόνατα απαντάω έτοιμος να υποστώ τις συνέπειες.

«Ποιός Θεοφανίδης ρε μπαγάσα, ο ξάδερφός σου ο Μπουκουβάλας είμαι!» λέει ξεκαρδισμένος ο μαυριδερός!

Ο ξάδελφος, γιός της αδελφής του Τάση του Πλοιάρχου ήταν τότε Ανθυποπλοίαρχος Μηχανικός και υπηρετούσε στο ίδιο καράβι με τον Σημαιοφόρο Θεοφανίδη. Δεν είχε τύχει να γνωρίσω αυτήν την πλευρά του σογιού μια και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη.

Και από την …γκιλοτίνα του ετοιμοθάνατου, βρέθηκα να πίνω καφεδάκι (αδιανόητο για πρωτοετή) με τον ξάδελφο Ανθυποπλοίαρχο εξιστορώντας του το …Θεοφανίδειο άγος μου.

Κάποια στιγμή, το πλοίο είναι έτοιμο για απόπλου. Είμαι πηδαλιούχος στην Ομάδα Διεύθυνσης του Πλοίου και παραλαμβάνω καθήκοντα στη Γέφυρα βροντοφωνάζοντας «Πηδαλιούχος παραλαμβάνει Δόκιμος Α’ Τάξεως Γκορτζής». Στη Γέφυρα όλο το Μάχιμο Επιτελείο του πλοίου. «ΓΚΟΡΤΖΗΣ;» ακούγεται κραυγή από το φτερό της Γέφυρας. «ΓΚΟΡΤΖΗΣ;» ξαναακούγεται πιό κοντά και ένα στρογγυλό μαυριδερό κεφάλι κολλάει δίπλα στο αυτί μου ξαναφωνάζοντας «ΓΚΟΡΤΖΗΗΗΗΣ::: Πήδα στη θάλασσα ρε μούλε!» Κοιτάω δεξιά αριστερά, ο Κυβερνήτης, ο Ύπαρχος και οι άλλοι αξιωματικοί μάλλον διασκέδαζαν με την αγριότητα του Σημαιοφόρου, «τώρα τι κάνουμε;» σκέφτομαι, οπότε εμφανίζεται ο από …Μηχανής (του πλοίου) Θεός/ξάδελφος, αρχαιότερος του Σημαιοφόρου και σώζει την κατάσταση. «Θεοφανίδη άσε τον μούλο ήσυχο».

Στη διάρκεια του εκπαιδευτικού ταξιδιού μίλησα πολλές φορές με τον Θεοφανίδη. Κάτω από τη φαινομενική «αγριότητά» του ήταν ένας από τους πιό ευαίσθητους και συναισθηματικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Με εξαιρετικό χιούμορ και ειλικρίνεια. Στην μετέπειτα σταδιοδρομία μας συνεργαστήκαμε πολλές φορές, εγώ παράλληλα στα Ελικόπτερα, αυτός ένας από τους καλύτερους βατραχανθρώπους, πολλές βάρδιες μου στο Ελικοδρόμιο της Αμφιάλης πήγαινα τα βράδια στη Μονάδα του και τα λέγαμε παρέα με τα σκυλιά του ξαπλωμένα πάνω στο Γραφείο του. Του άρεσε που ούτε ένα από αυτά μου αγρίευε «καταλαβαίνουν τους φίλους» μου έλεγε. Εκτιμούσε αφάνταστα τον θείο μου «και λίγες καμπάνες μου’ ριξε, τον παίδευα συνέχεια, κάθε βράδυ πήδαγα την μάντρα κι έβγαινα έξω» ομολογούσε και γελούσε με την τότε τρομάρα μου στο άκουσμα του ονόματός του. Ακόμα και ως απόστρατοι τα λέγαμε αραιά και που στις επισκέψεις του στη Θεσσαλονίκη. Δυστυχώς τον χάσαμε νωρίς…